Tag Archives: Ολοκαύτωμα

Το «μετά» του Ολοκαυτώματος της Θεσσαλονίκης, ο μεταπολεμικός αγώνας των Εβραίων Θεσσαλονικέων και η αντιμετώπισή τους από το Ελληνικό Κράτος

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Την επαύριον του Ολοκαυτώματος

Συγγραφέας: Συλλογικό έργο

Έκδοση: Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης, Εβραϊκό Μουσείο Θεσσαλονίκης (2017)

ISBN: 978-618-82067-1-7

Τιμή: Περίπου €15

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τις τελευταίες δεκαετίες η βιβλιογραφία σχετικά με τον Εβραϊσμό της Θεσσαλονίκης έχει εμπλουτιστεί σε μεγάλο βαθμό από πολύ ενδιαφέροντα έργα αξιόλογων ιστορικών και μελετητών. Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών κινείται γύρω από το Ολοκαύτωμα της πόλης μας και τη ζωή των Εβραίων Θεσσαλονικέων προπολεμικά, κυρίως από τα μέσα του 19ου αιώνα και έπειτα. Λίγα πράγματα όμως έχουμε δει σχετικά με το πώς εξελίχτηκαν τα πράγματα για την Εβραϊκή Κοινότητα Θεσσαλονίκης μετά τον πόλεμο, όταν οι ελάχιστοι διασωθέντες είχαν να αντιμετωπίσουν τον χαμό των συγγενών και των φίλων, την αρπαγή των περιουσιών τους, ένα Κράτος που τους αντιμετώπιζε ως ξένους και μια πραγματικότητα εντελώς διαφορετική από αυτήν που γνώριζαν προπολεμικά. Το βιβλίο της σημερινής ανάρτησης έχει για θέμα ακριβώς αυτό το «μετά», και προσφέρει πολύ υλικό για γνώση και για σκέψη.

Η έκδοση είναι απλή και λιτή. Ευανάγνωστο κείμενο, οι φωτογραφίες καθαρές, μοντέρνα σχεδίαση. Κάποια κομμάτια του βιβλίου είναι μόνο στα ελληνικά (τα κείμενα της ημερίδας), κάποια είναι μόνο αγγλικά (η παρουσίαση των εκθεμάτων της έκθεσης) και κάποια δίγλωσσα, ελληνικά και αγγλικά (το κείμενο που συνοδεύει την έκθεση). Επιμελητές του έργου ήταν ο Ευάγγελος Χεκίμογλου και η Άννα Μαρία Δρουμπούκη. Προλογίζει ο Πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης, κ. Δαυίδ Σαλτιέλ. Θα προτιμούσα να είναι όλο το βιβλίο δίγλωσσο, αλλά συνολικά είναι μια αξιοπρεπής δουλειά.

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη, τα οποία ίσως θα μπορούσαν να είναι και δύο ξεχωριστά βιβλία, αλλά η συνάφεια μεταξύ τους οδήγησε τους εκδότες στο να μπούνε μαζί.

Το πρώτο μέρος έχει να κάνει με μία έκθεση που είχε γίνει με τίτλο «Την επαύριον του Ολοκαυτώματος» στο Εβραϊκό Μουσείο Θεσσαλονίκης και είχε εγκαινιαστεί στις 29 Ιανουαρίου του 2017. Αποτελούνταν από 8 ενότητες, εκ των οποίων οι 7 παρουσιάστηκαν στο Εβραϊκό Μουσείο Θεσσαλονίκης και η όγδοη, με τίτλο «Νύφες χωρίς χαμόγελο» είχε παρουσιαστεί στο χώρο του βιβλιοπωλείου του ΜΙΕΤ από τις 23 Φεβρουαρίου του 2017 έως τις 24 Μαρτίου του ίδιου έτους. Έχουμε εδώ δύο ενότητες, η πρώτη με το κείμενο του Ευάγγελου Χεκίμογλου, ο οποίος παρουσιάζει την έκθεση σε πρώτη φάση και στη συνέχεια αναλύει κάποιες πτυχές της έκθεσης παρουσιάζοντας στοιχεία της έρευνας των μελετημένων αρχείων. Τα αρχεία αυτά είναι από διάφορες πηγές και όλα έχουν να κάνουν με το τι έγινε στα πρώτα χρόνια μετά την επιστροφή στη Θεσσαλονίκη των λίγων Εβραίων Θεσσαλονικέων που κατάφεραν να σωθούν από το Ολοκαύτωμα, είτε επειδή είχαν κρυφτεί στην πόλη, είτε επειδή είχαν φύγει σε άλλες πόλεις ή είχαν ανέβει στο βουνό, είτε είχαν επιστρέψει ζωντανοί από τα στρατόπεδα εξόντωσης και συγκέντρωσης. Ο σύγχρονος αναγνώστης είναι δύσκολο να αντιληφθεί τις δυσκολίες που είχαν να αντιμετωπίσουν αυτοί οι άνθρωποι. Μέσα στο σοκ του χαμού των δικών τους ανθρώπων, έπρεπε να σταθούν στα πόδια τους, να φτιάξουν κάπως την Κοινότητά τους, να βρούνε έναν χώρο να μείνουν και να εξασφαλίσουν βασικές ανάγκες τους, να τρέχουν δικαστικώς να πάρουν πίσω την δική τους περιουσία, να αντιμετωπίζονται ως ξένοι (στην καλύτερη περίπτωση) από το Ελληνικό Κράτος και μέσα σε όλα αυτά να κοιτάξουν και το μέλλον τους. Κάποιες λίγες ευχάριστες στιγμές ίσως να είχαν να κάνουν με τη δημιουργία νέων οικογενειών. Τα στοιχεία αυτού του κομματιού του βιβλίου σοκάρουν κάποιες φορές, καθώς αναδεικνύεται στις πραγματικές του διαστάσεις ο χαμός και η καταστροφή του Ολοκαυτώματος στους Εβραίους Θεσσαλονικείς. Τα νούμερα που παρουσιάζονται σχετικά με το μέγεθος εκείνης της πρώτης μεταπολεμικής Κοινότητας, που πριν το 1943 μετρούσε κοντά στις 50000 ψυχές και το 1946 δεν έφτανε ούτε τα 2000 άτομα, φανερώνουν τις διαστάσεις του πρωτόγνωρου και μοναδικού σε σύλληψη και εκτέλεση εγκλήματος του Ολοκαυτώματος. Τα κείμενα που έχουν να κάνουν με τους Εβραϊκούς γάμους το 1945-1946 και το Νεκροταφείο είναι για μένα τα πιο συγκλονιστικά. Φανταστείτε για παράδειγμα το γεγονός ότι το 1946 υπάρχει απόφαση να μαζευτούν τα πεταμένα κόκκαλα που βρίσκονταν στο χώρο του παλιού νεκροταφείου και να μπούνε σε έναν τάφο, τρία χρόνια δηλαδή μετά την καταστροφή του, ενώ εξακολουθούσε να γίνεται εμπόριο πλακών και υλικών από τους Εβραϊκούς τάφους δύο χρόνια μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την πόλη και ενώ οι ελάχιστοι Εβραίοι έχουν επιστρέψει στην πόλη και αναγκάζονται να βλέπουν αυτή την πρακτική. Στη συνέχεια γίνεται η παρουσίαση των εκθεμάτων, όπου για μένα το πιο ενδιαφέρον κομμάτι είναι η παρουσίαση 90 γάμων που έγιναν εκείνα τα χρόνια με τα στοιχεία του ζευγαριού και τις πληροφορίες για το πώς επέζησαν αυτοί οι άνθρωποι. Συνολικά πάντως η έκθεση είχε τεράστιο ενδιαφέρον και κατά κύριο λόγο παρουσίαζε άγνωστες πτυχές της σύγχρονης ιστορίας της Θεσσαλονίκης.

Το δεύτερο μέρος περιέχει τις ανακοινώσεις που είχαν γίνει σε μία ημερίδα με θέμα τις νέες επιστημονικές προσεγγίσεις για το Ολοκαύτωμα των Εβραίων της Ελλάδας (που είναι και ο τίτλος αυτού του δεύτερου μέρους). Την επιμέλεια της ημερίδας και του κομματιού αυτού του βιβλίου είχε αναλάβει η Άννα Μαρία Δρουμπούκη, η οποία και προλογίζει τις ανακοινώσεις αυτές στο βιβλίο (αν και προλογικής σημασίας είναι και το πρώτο κείμενο ενός εκ των ομιλητών της ημερίδας, του Φίλιππου Κάραμποτ). Οι ομιλίες τώρα έχουν να κάνουν με διάφορες πτυχές του «μετά» του Ολοκαυτώματος στην Ελλάδα γενικότερα, αλλά ευνόητο είναι ότι η Θεσσαλονίκη πρωταγωνιστεί στις παρουσιάσεις αυτές. Βρήκα τα κείμενα εξαιρετικά ενδιαφέροντα και με θεματολογία που δεν συναντάμε σε παλαιότερα βιβλία. Η πρώτη εργασία είναι του Φίλιππου Κάραμποτ με θέμα τους Εβραίους που προδώσαν τους ομόθρησκούς τους για ίδιον όφελος. Πέρα από την πολύ γνωστή περίπτωση του Χασών, γίνονται αναφορές και σε άλλα άτομα και τον τρόπο που αντιμετωπίστηκαν αυτοί από τη Δικαιοσύνη μεταπολεμικά. Η δεύτερη εργασία είναι των Μαρία Καβάλα και Κωστή Κορνέτη και έχει θέμα τον τρόπο που το Ελληνικό Κράτος διαχειρίστηκε τις Εβραϊκές περιουσίες των Εβραίων Θεσσαλονικέων τόσο κατά την Κατοχή, όσο και μεταπολεμικά, που έχει ίσως και περισσότερο ενδιαφέρον. Η τρίτη εργασία είναι του Χάρη Δελλόπουλου και είναι νομικής φύσεως καθώς μιλάει για τον Νόμο 1180 του 1944, πριν το τέλος της Κατοχής, με τον οποίο το Ελληνικό Κράτος «επισημοποιούσε» ας πούμε την εμπλοκή του στη διαχείριση των Εβραϊκών περιουσιών, ενώ υπάρχουν και κάποια παραδείγματα περιπτώσεων που εκμεταλλεύτηκαν τέτοιες περιουσίες και αντιμετωπίστηκαν μεταπολεμικά από τη Δικαιοσύνη. Η τέταρτη εργασία είναι της Αλεξάνδρας Πατρικίου και έχει να κάνει με το πώς παρουσιάστηκε το θέμα των περιουσιών από την εφημερίδα Ισραηλιτικό Βήμα που κυκλοφορούσε στη Θεσσαλονίκη για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Η πέμπτη εργασία είναι του Ιάσονα Χανδρινού και μιλάει για το ρόλο μίας επιτροπής, της Degriges, η οποία είχε ρόλο μεσεγγυητή, δημιουργήθηκε κατά την Κατοχή και ενεπλάκη σε πολύ μεγάλο βαθμό στη διαχείριση των Εβραϊκών περιουσιών, γενικά είναι ένα κομμάτι παντελώς άγνωστο σε μένα. Η έκτη εργασία είναι της Άννας Μαρίας Δρουμπούκη, μία έρευνα σε αρχεία στη Γερμανία και στην Ελλάδα η οποία φανερώνει τις μακρόχρονες προσπάθειες που χρειάστηκαν για την αποζημίωση των Εβραίων της χώρας, σε μερικές περιπτώσεις πάνω από 20 έτη. Η έβδομη εργασία είναι του Ιωσήφ Βαένα και είναι η παρουσίαση ενός πολύ χαρακτηριστικού παραδείγματος για τις δυσκολίες που αντιμετώπισε η Εβραϊκή Κοινότητα Θεσσαλονίκης να πάρει πίσω την περιουσία της, με αναφορά στον κλεμμένο πολυέλαιο της Συναγωγής Σαρφάτη, ο οποίος είχε καταλήξει στον ναό της Αναλήψεως…

Στη Vivlioniki έχουν παρουσιαστεί σχετικά λίγα βιβλία που να μιλάνε για το ‘μετά» του Ολοκαυτώματος, διότι δεν υπάρχουν και πάρα πολλά ούτως ή άλλως, όπως είπαμε και πριν υπάρχουν πολλά πράγματα να μελετηθούν για την μεταπολεμική αποκατάσταση των Εβραίων Θεσσαλονικέων και την αναγέννηση της μαρτυρικής Κοινότητας. Ο Λέων Ναρ είχε κυκλοφορήσει πριν λίγα χρόνια το «Ξανά στη Σαλονίκη«, η Ρίκα Μπενβενίστε έγραψε τη «Λούνα» και το «Αυτοί που επέζησαν» ενώ σε διηγήματα του Αλμπέρτου Ναρ υπάρχουν επίσης στοιχεία για την μεταπολεμική ζωή των Εβραίων Θεσσαλονικέων (δείτε εδώ και εδώ). Αναφορές σκόρπιες μπορεί να δούμε σε κάποια άλλα βιβλία.

Προσωπικά βρήκα το βιβλίο πολύ ενδιαφέρον. Περιέχει πληροφορίες και υλικό που είναι άγνωστο στους περισσότερους και ουσιαστικά τώρα μελετάται από ιστορικούς και ερευνητές. Δεν έχει σημασία μόνο για τους Εβραίους Θεσσαλονικείς, αλλά για κάθε έναν που ενδιαφέρεται για το παρελθόν αυτής της πόλης και τα ζητήματα που ανοίγει για συζήτηση είναι πολλά και ποικίλα. Μπορείτε να το βρείτε στο Εβραϊκό Μουσείο της Θεσσαλονίκης.

Σχολιάστε

Filed under Συγγραφείς, ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΕΡΓΟ

Μελέτες για τον Εβραϊσμό της Θεσσαλονίκης από τα μέσα του 19ου αιώνα έως τα μέσα του 20ου

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Salonique – Ville juive, ville ottomane, ville grecque

Συγγραφέας: Συλλογικό έργο

Έκδοση: CNRS Editions (2014)

ISBN: 978-2-271-08005-9

Τιμή: Περίπου €15

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Το 2012 και με αφορμή τα εκατό χρόνια από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης είχαν γίνει στην πόλη μας μία σειρά με εκδηλώσεις ιστορικού ενδιαφέροντος και κυκλοφόρησαν πάρα πολλά βιβλία, εκ των οποίων αρκετά έχουμε δει και στη Vivlioniki. Το αντικείμενο της σημερινής ανάρτησης βασίζεται σε μία ημερίδα που είχε γίνει στο Παρίσι στις 21 Ιανουαρίου του 2013 με την υποστήριξη του «Centre Albeto Benveniste» και η οποία είχε επίσης διοργανωθεί για αυτά τα εκατό χρόνια και ο τίτλος της ήταν «Salonique, ville juive, ville ottomane, ville grecque», ο οποίος είναι και ο τίτλος του βιβλίου.

Η έκδοση είναι πάρα πολύ απλή και λιτή. Όμορφο εξώφυλλο, στο οποίο κυριαρχεί μία γνωστή φωτογραφία τεσσάρων Εβραίων αντρών ντυμένων με τις παλιές παραδοσιακές ενδυμασίες κάπου από τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα. Σε πολλά sites γράφει ότι συγγραφέας είναι η Esther Benbassa, αλλά και στο εξώφυλλο με πρώτη ματιά αυτό φαίνεται, αλλά η Benbassa είναι η επιμελήτρια του βιβλίου, για αυτό προτίμησα στα γενικά στοιχεία του βιβλίου να γράψω ότι πρόκειται για συλλογικό έργο. Ευανάγνωστο κείμενο, στο τέλος υπάρχει η βιβλιογραφία και βιογραφικά στοιχεία των συντελεστών του βιβλίου. Συνολικά μια απλή και όμορφη δουλειά.

Το βιβλίο προλογίζει ο Aron Rodrigue με ένα κείμενο με τίτλο «Salonique, ville d’histoire et lieu de mémoire» (Θεσσαλονίκη, πόλη της ιστορίας και τόπος της μνήμης). Ο συγγραφέας εδώ ενώ συμφωνεί ότι η Θεσσαλονίκη υπήρξε σημαντικό κέντρο του Εβραϊκού Σεφαραδισμού, εν τούτοις υποστηρίζει ότι δεν υπήρξε μία μοναδική περίπτωση πόλης όπου το Εβραϊκό στοιχείο έπαιζε πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ επίσης υποστηρίζει ότι η «μυθική» διάσταση που πήρε η πόλη στη μνήμη των Εβραίων Σεφαραδιτών έχει να κάνει με την απότομη άνοδο και πτώση των Εβραίων Θεσσαλονικέων στο χρονικό διάστημα από τα τέλη του 19ου αιώνα έως την εξολόθρευσή της στο Ολοκαύτωμα της πόλης κατά την Κατοχή.

Το πρώτο κεφάλαιο είναι της Dilek Akyalçın Kaya και έχει τίτλο «Les conditions économiques et les caractéristiques démographiques des Juifs saloniciens au milieu du XIXe siècle» (Οικονομικές συνθήκες και δημογραφικά στοιχεία των Εβραίων Θεσσαλονικέων κατά τα μέσα του 19ου αιώνα). Εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο, στο οποίο με βάση κάποια στατιστικά στοιχεία που είχε μαζέψει το Οθωμανικό κράτος, βλέπουμε μία πραγματικότητα που επικρατούσε στον πληθυσμό της Θεσσαλονίκης, κυρίως τους Χριστιανούς και τους Εβραίους, στα μέσα του 19ου αιώνα. Μιλάμε για την εποχή πριν τα Τανζιμάτ, πριν τη δημιουργία των σχολείων της Αλιάνς και πριν των μεγάλων έργων που ανέδειξαν τη Θεσσαλονίκη ως ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σύμφωνα λοιπόν με αυτά τα στοιχεία παρουσιάζεται μία εικόνα που μόνο ρόδινη δεν είναι για τον Εβραϊσμό της Θεσσαλονίκης, καθώς φανερώνεται ότι ούτε πλουσιότεροι σε σχέση με τους Χριστιανούς ήταν, ούτε σε καλύτερες συνθήκες δεν ζούσαν, ούτε πιο ευοίωνο δεν προδιαγράφονταν το μέλλον τους. Μπορεί μεν οι πλουσιότεροι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης και οι πιο ισχυροί να ανήκαν στην Εβραϊκή Κοινότητα, υπήρχε όμως μια τεράστια πλειοψηφία η οποία ζούσε μέσα στη φτώχεια με αρκετές δυσκολίες στο να μπορεί να ξεπεράσει αυτό το στάδιο. Αυτά όλα τα έβλεπαν και τα γνώριζαν άτομα όπως ο Μωύς Αλλατίνι και οραματιζόταν αλλαγές στον τομέα της εκπαίδευσης και της κοινωνικής ζωής.

Το δεύτερο κεφάλαιο είναι Hélène Guillon και έχει τίτλο «La vie mondaine dans les pages du Journal de Salonique, miroir d’une société rêvée dans la Salonique juive fin de siècle» (Η κοσμική ζωή στις σελίδες της Journal de Salonique, καθρέφτης μιας ονειρεμένης κοινωνίας των Εβραίων Θεσσαλονικέων στα τέλη του αιώνα). Το κείμενο βασίζεται σε ένα βιβλίο που είχε κυκλοφορήσει η Guillon και το οποίο σύντομα θα δούμε και στη Vivlioniki, στο οποίο μελετήθηκε η ύλη μίας από τις πιο γνωστές εφημερίδες της πόλης, η οποία κυκλοφορούσε στα γαλλικά και διαβάζονταν κυρίως από τους Εβραίους Θεσσαλονικείς, της Journal de Salonique. Στο κεφάλαιο αυτό βλέπουμε κάποια πράγματα από τις κοσμικές στήλες της εφημερίδας, οι οποίες μας δίνουν ταυτόχρονα στοιχεία για την κοινωνική ζωή και τις κοινωνικές δραστηριότητες των μεγαλοαστών της Θεσσαλονίκης για εκείνη την περίοδο προς τα τέλη του 19ου αιώνα. Οι στήλες αυτές έμοιαζαν σε ύφος και σκοπιμότητα με τις αντίστοιχες που υπάρχουν σε τωρινά περιοδικά life style, όπου παρουσιάζονταν οι πρωταγωνιστές των κοινωνικών εκδηλώσεων με τρόπο τέτοιο ώστε οι αναγνώστες να θεωρούν ότι οι μπον βιβέρ της εποχής αξίζουν κάτι παραπάνω. Σε αυτές τις εκδηλώσεις εκτός από τους μεγαλοαστούς της Θεσσαλονίκης βρίσκονταν επίσης προξενικές αρχές, αξιωματικοί ξένων δυνάμεων κα. Θεωρούνταν μεγάλη δουλειά το να μπει κάποιος σε αυτόν τον κύκλο για λόγους πρεστίζ και όχι μόνο.

Το τρίτο κείμενο είναι της Esther Benbassa και έχει τίτλο «Le sionisme à Salonique avant et après 1912» (Ο σιωνισμός στη Θεσσαλονίκη πριν και μετά το 1912). Επίσης ένα θέμα για το οποίο λίγα πράγματα γνωρίζουμε. Η Θεσσαλονίκη εξαιτίας του μεγάλου Εβραϊκού της στοιχείου δεν μπορούσε να περάσει αδιάφορη για τους οργανωτές του Σιωνιστικού Κινήματος. Βέβαια η πορεία αυτού του κινήματος στην πόλη άλλαξε πολύ μετά το 1912 και την ενσωμάτωση της πόλης στο Ελληνικό Κράτος. Σταδιακά δυνάμωνε και ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, όταν ο αντισημιτισμός και η οικονομική κατάσταση της χώρας και της πόλης ανάγκασαν πολλούς Εβραίους Θεσσαλονικείς να αναζητήσουν μία καλύτερη μοίρα στην Παλαιστίνη. Οι Σιωνιστές στη Θεσσαλονίκη ήταν αρκετά οργανωμένοι και μαχητικοί, αλλά αντιμετώπισαν αντίσταση από τους Σοσιαλιστές, που επίσης είχαν μεγάλη στήριξη μεταξύ του Εβραϊκού στοιχείου της πόλης. Την πορεία αυτή του Σιωνισμού στη Θεσσαλονίκη εξετάζει το κείμενο με χρονικό τέλος την περίοδο του Μεσοπολέμου, όταν και η δυναμική του κινήματος είχε περιοριστεί και φυσικά μετά το Ολοκαύτωμα σχεδόν δεν υπήρχε.

Το τέταρτο κείμενο είναι της Μερόπης Αναστασιάδου και έχει τίτλο «Salonique après 1912: La construction d’une ville néohellénique» (Η Θεσσαλονίκη μετά το 1912: Η δημιουργία μιας πόλης νεοελληνικής). Τη Μερόπη Αναστασιάδου την είχαμε γνωρίσει στη Vivlioniki πριν πολλά χρόνια, το εξαιρετικό έργο της για τη Θεσσαλονίκη με τίτλο «Θεσσαλονίκη 1830-1912 – Μια μητρόπολη την εποχή των Οθωμανικών μεταρρυθμίσεων» ήταν από τα πρώτα που είχαμε δει στο ιστολόγιο. Σε αυτό το κείμενό της μας μιλάει για τις ενέργειες που έκανε το Ελληνικό Κράτος μετά το 1912 ώστε η πόλη να εξελληνιστεί ή καλύτερα να αποβάλλει το Οθωμανικό παρελθόν της σε πρώτη φάση και το Εβραϊκό της χρώμα σε δεύτερο χρόνο. Κείμενο δοσμένο με ειλικρίνεια και διάθεση αυτοκριτικής, που πιστεύω ότι βοηθάνε ιδιαίτερα τους Έλληνες αναγνώστες.

Το πέμπτο κείμενο είναι της Ρένας Μόλχο και έχει τίτλο «La reconstruction de la communauté juive de Salonique après la Shoah» (Η επαναδημιουργία της Κοινότητας των Εβραίων Θεσσαλονικέων μετά το Ολοκαύτωμα). Η Μόλχο είναι μία από τις σημαντικότερες ιστορικούς που έχει βγάλει η πόλη με μεγάλο έργο πάνω στη ζωή και το έργο των Εβραίων Θεσσαλονικέων. Βραβευμένη και από την Ακαδημία για το έργο της, έχει γράψει βιβλία για τους Εβραίους Θεσσαλονικείς από τα μέσα του 19ου αιώνα έως το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, βιβλία για τους Εβραίους Θεσσαλονικείς κατά την περίοδο της Κατοχής και εδώ ασχολείται με ένα θέμα που για μένα χωράει ακόμη πολύ μελέτη, το πώς η Εβραϊκή Κοινότητα πάτησε πάλι στα πόδια της μετά το Ολοκαύτωμα και τις εμπειρίες που βίωσε με την επιστροφή όσων κατάφεραν να επιζήσουν στη Θεσσαλονίκη. Ο Λέων Ναρ είχε γράψει ένα βιβλίο με σχετικό θέμα. Πέρα από τις τεράστιες οικονομικές και ψυχολογικές δυσκολίες που είχαν να αντιμετωπίσουν οι Εβραίοι Θεσσαλονικείς που δεν χάθηκαν στο Ολοκαύτωμα, είχαν απέναντί τους και το επίσημο Ελληνικό Κράτος σε πολλές στιγμές. Επίσης από τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια του βιβλίου. Ξεχωρίζω εδώ και μία προσωπική εξομολόγηση της Μόλχο για την ανάγκη εύρεσης της ταυτότητάς της, μία διαδικασία που υπήρξε ιδιαίτερα δύσκολη για πολλούς Εβραίους Θεσσαλονικείς.

Το έκτο και τελευταίο κείμενο είναι του Devin Naar και έχει τίτλο «L’écriture de l’histoire de la «Jérusalem des Balkans» (Γράφοντας την ιστορία της Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων). Τον Naar τον είχαμε δει στο μεταφρασμένο έργο του με τίτλο «Η Θεσσαλονίκη των Εβραίων – Ανάμεσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη νεότερη Ελλάδα«. Εδώ ο συγγραφέας θέλει να μιλήσει για την ανάγκη καταγραφής της ιστορίας των Εβραίων Θεσσαλονικέων και πώς αυτή μεγάλωσε κυρίως μετά το 1912, όταν και διάφοροι Εβραίοι μελετητές ξεκίνησαν να γράφουν έργα γι τους Εβραίους Θεσσαλονικείς).

Το βιβλίο μέσα στην απλότητά του προσφέρει στον αναγνώστη κάποιες εργασίες μοναδικές και σημαντικές, οι οποίες μιλούν για πράγματα που μάλλον δεν πρόκειται να συναντήσουμε εύκολα στην ελληνική ιστοριογραφία. Πιστεύω ότι αξίζει να το αποκτήσετε (διαδικτυακά μόνο από όσο γνωρίζω).

Σχολιάστε

Filed under Συγγραφείς, ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΕΡΓΟ

Η μαρτυρία του Semaya Levy για τη ζωή του στη Θεσσαλονίκη: Από τη Μεγάλη Πυρκαγιά, το Κάμπελ και το Ολοκαύτωμα της πόλης

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Names without tombs

Συγγραφέας: Semaya Levy

Έκδοση: Fallen Bros. Press (2016)

ISBN: 978-0-9976728-2-4

Τιμή: Περίπου €12

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Συνεχίζοντας τις παρουσιάσεις ξενόγλωσσων βιβλίων που έχουν να κάνουν με τη Θεσσαλονίκη, θα δούμε σήμερα ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε στην Αμερική το 2016, γραμμένο από έναν Εβραίο Θεσσαλονικέα, ο οποίος μετακόμισε εκεί το 1956. Ο Semaya Levy, συγγραφέας του βιβλίου θέλησε να καταγράψει τις προσωπικές του εμπειρίες από τη Θεσσαλονίκη έτσι όπως αυτός τις έζησε, αλλά ταυτόχρονα θέλησε να παραθέσει και διάφορα στοιχεία της ζωής των Εβραίων της πόλης μας από τα χρόνια της Μεγάλης Πυρκαγιάς μέχρι και το Ολοκαύτωμα, που είχε ως αποτέλεσμα τον σχεδόν ολοκληρωτικό αφανισμό της Εβραϊκής Κοινότητας.

Η έκδοση είναι απλή και λιτή. Μου άρεσε το εξώφυλλο. Ευνόητο είναι ότι η φθορά πάνω αριστερά που φαίνεται στη φωτογραφία δεν είναι κομμάτι αυτού του εξώφυλλου, αλλά αποτέλεσμα ατυχήματος δικού μου. Υπάρχουν αρκετές φωτογραφίες στο κείμενο, κάποιες από το προσωπικό αρχείο του συγγραφέα, οι υπόλοιπες από άλλες πηγές, που δεν αναφέρονται όμως. Ο τίτλος έχει να κάνει με τα θύματα του Ολοκαυτώματος κυρίως, άτομα που χάθηκαν, είχαν όνομα, αλλά δεν βρέθηκε ένας τάφος ή ένα μνήμα για αυτούς. Ευανάγνωστο κείμενο, μία αξιοπρεπής δουλειά.

Θα ξεκινήσουμε την παρουσίαση του βιβλίου από τον επίλογο και το οπισθόφυλλο. Στο οπισθόφυλλο μαθαίνουμε ότι ο Levy γεννήθηκε το 1913 στη Θεσσαλονίκη και πέθανε στο Λος Άντζελες στις 16 Μαρτίου του 1975. Το κείμενο αυτό όμως δεν το εξέδωσε ο ίδιος, αλλά η κόρη του Ραχήλ, η οποία βρήκε τα έγγραφα και αποφάσισε να τα εκδώσει. Στον επίλογο του βιβλίου μαθαίνουμε πιο πολλά πράγματα για τους λόγους που ο Levy θέλησε να γράψει αυτό το βιβλίο. Μαθαίνουμε λοιπόν ότι το ξεκίνησε περίπου μία δεκαετία μετά την επιστροφή του από τα στρατόπεδα εξόντωσης (βρέθηκε στο Άουσβιτς, στο Buna, στο Neustadt και ελευθερώθηκε από το Mauthausen το 1945, είχε το νούμερο 119911) γιατί ίσως δεν ήθελε να χαθεί ο κόσμος των Σεφαραδιτών και οι παραδόσεις του, καθώς μεταπολεμικά η πλειονότητα της προσοχής έπεσε στις μαρτυρίες των Ασκεναζιτών, οι οποίοι ήταν οι περισσότεροι αριθμητικά και κυριάρχησαν στη συνέχεια και ως μέρος του κράτους του Ισραήλ. Για κάποιο λόγο σταματάει το κείμενό του στις μέρες της αναχώρησης των τρένων για την Πολωνία και δεν αναφέρει τίποτα για τις εμπειρίες του στα στρατόπεδα. Μαθαίνουμε επίσης ότι έχασε την πρώτη του γυναίκα Gracia Levy στο Άουσβιτς, όπως επίσης τη μητέρα του Rachel, την αδερφή του Djilda, τον αδερφό του Aaron, ενώ ο μικρότερος αδερφός του κατάφερε μεν να φύγει στο βουνό και να πολεμήσει ως αντάρτης, αλλά αγνοείται η τύχη του. Ο πατέρας του πέθανε από πείνα λίγο καιρό πριν τον εκτοπισμό. Παντρεύτηκε με την επιστροφή του στη Θεσσαλονίκη την Elvira Schulhami, το 1946 και απέκτησε τη Rachel το 1947 και τον Albert το 1954.

Στον πρόλογο του βιβλίου ο Levy κάνει μία γενική αναφορά στη δημιουργία της Εβραϊκής Κοινότητας μετά το 1492 και τον διωγμό της από την Ισπανία. Είναι ένα απλό εισαγωγικό κείμενο για να μπορέσει να μπει ομαλά στο κυρίως θέμα του βιβλίου. Αλλά είναι ενδιαφέρον κομμάτι, καθώς μας δίνει κάποιες πληροφορίες που δύσκολα θα βρούμε σε άλλα κείμενα, όπως κάποιες παροιμίες, ιστορίες και τραγούδια. Γενικά ο Levy θέλησε όχι απλά να μιλήσει για τις εμπειρίες του, αλλά να αποτυπώσει κάποια λαογραφικά στοιχεία των Εβραίων Θεσσαλονικέων. Δυστυχώς τα τραγούδια και οι ιστορίες είναι μεταφρασμένα στα αγγλικά και ο αναγνώστης χάνει ίσως κάτι από την αμεσότητα που θα έδιναν αυτά τα κείμενα αν ήταν γραμμένα σε λαντίνο. Στη συνέχεια υπάρχουν 10 κεφάλαια και δύο παραρτήματα προς το τέλος του βιβλίου.

  • Το πρώτο κεφάλαιο έχει τίτλο «The Great Fire of Salonika», που σημαίνει «Η Μεγάλη Πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης». Αν και σε πολύ μικρή ηλικία, ο Levy λέει ότι θυμάται αμυδρά την ημέρα εκείνη (δίνει λανθασμένη ημερομηνία για μία μέρα). Η οικογένειά του ήταν μία από αυτές που έχασαν το σπίτι και την περιουσία τους και αναγκάστηκαν να φύγουν και να εγκατασταθούν στον συνοικισμό του Κάμπελ. Ενδιαφέρον έχει το κομμάτι που λέει ότι οι πιο ηλικιωμένοι Εβραίοι θεώρησαν ότι η πυρκαγιά ήταν η τιμωρία του Θεού, επειδή οι νεότεροι Εβραίοι Θεσσαλονικείς δεν τηρούσαν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα και αμάρταιναν (Sins of the Sabbath γράφει).
  • Το δεύτερο κεφάλαιο έχει τίτλο «Passover (A Seder after the Great Fire)». Passover είναι το Πεσάχ ή πιο γνωστό ως Εβραϊκό Πάσχα. Ο συγγραφέας βρίσκει αφορμή να παρουσιάσει την οικογένειά του μέσα από τις συζητήσεις που είχαν σε ένα Πασχαλινό τραπέζι. Ο αδερφός του Aaron ήταν αριστερών πεποιθήσεων και στους διαλόγους με τον πατέρα του φαίνεται το χάσμα γενεών μεταξύ της τότε νέας γενιάς Εβραίων σε σχέση με τους πιο ηλικιωμένους.
  • Το τρίτο κεφάλαιο έχει τίτλο «Camp Campbell». Εδώ δίνονται πληροφορίες για τον συνοικισμό Κάμπελ, όπου έγινε το γνωστό Πογκρόμ το 1931. Έχει αρκετό ενδιαφέρον το κείμενο, καθώς πέρα από κάποιες γενικές πληροφορίες, ο Levy ανοίγει και το ζήτημα των διαφορών μεταξύ των διαφόρων ομάδων μέσα στην Εβραϊκή Κοινότητα της Θεσσαλονίκης, δηλαδή των Σιωνιστών, των Αφομοιωτικών και των Αριστερών. Από τα γραφόμενά του και εδώ αλλά και παρακάτω, δεν πρέπει να ήταν ένθερμος υποστηρικτής των Σιωνιστών, μάλλον το αντίθετο. Περιγράφει τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων στο Κάμπελ, τους φόβους που είχαν λόγω της απόστασης που είχε ο συνοικισμός από την πόλη, ότι θα αποτελέσουν εύκολο στόχο για τους αντισημίτες (δικαιώθηκε σε αυτό) και άλλα πολλά.
  • Το τέταρτο κεφάλαιο έχει τίτλο «The Campbell Pogrom» και έχει φυσικά θέμα του την καταστροφή του συνοικισμού μετά την επίθεση των μελών της ΕΕΕ και διαφόρων άλλων αντισημιτικών και εγκληματικών στοιχείων (για τον εμπρησμό στο Κάμπελ να διαβάσετε το βιβλίο του Μιχάλη Τρεμόπουλου, που έχει όλα τα γεγονότα με πολλές λεπτομέρειες και ντοκουμέντα). Από αυτό το κεφάλαιο καταλαβαίνει ο αναγνώστης ότι ο Levy έγραφε ό,τι θυμόταν, χωρίς να κάτσει να κάνει μία έρευνα και επίσης φαίνεται ότι κανείς δεν σκέφτηκε να γίνει μία ιστορική επιμέλεια του κειμένου πριν εκδοθεί. Δεν μπορώ αλλιώς να δικαιολογήσω το γεγονός ότι αναφέρονται εντελώς λανθασμένες ημερομηνίες (ο εμπρησμός έγινε Ιούνιο του 1931, στο βιβλίο γράφει ότι έγινε Μάιο του 1930…). Τέτοια λάθη στις εκδόσεις καλό είναι να αποφεύγονται. Αν εξαιρέσουμε το γεγονός αυτό, το κεφάλαιο παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς ο Levy ήταν αυτόπτης μάρτυρας της επίθεσης, Δίνει υλικό για τις απειλές που υπήρχαν, για τους φόβους και τις προσπάθειες που έγιναν για να αποσοβηθεί το γεγονός, αλλά δυστυχώς κανείς δεν ήθελε να ακούσει. Επιρρίπτει ευθύνες σε πολλούς, μέχρι και προσωπικά παράπονα για συγγενείς του λέει, αλλά γενικά το κείμενο έχει αρκετές ανακρίβειες και υπερβολές.
  • Το πέμπτο κεφάλαιο έχει τίτλο «After the Pogrom» και εδώ βλέπουμε τις κινήσεις που έγιναν για την προστασία του πληθυσμού και την αποκατάστασή του μετά τον εμπρησμό του Κάμπελ. Η οικογένεια του Levy μεταφέρθηκε αρχικά στην περιοχή του συνοικισμού 151, ενώ στη συνέχεια μάλλον μεταφέρθηκε στην περιοχή του Ρεζή Βαρδάρη.
  • Το έκτο κεφάλαιο έχει τίτλο «The appointment of Chief Rabbi Koretz». Πολύ ενδιαφέρον κείμενο, όπου ο Levy γράφει για τις ανάγκες που δημιουργήθηκαν να έχει η Κοινότητα έναν Ραβίνο σύγχρονο της εποχής του. Γράφει ότι αυτοί που κυρίως ήθελαν τον Κόρετς ήταν η ομάδα των Σιωνιστών, ενώ από τα γραφόμενά του φαίνεται ότι δεν συμπαθούσε τον νέο Ραβίνο και μάλλον ήταν υπέρ του προηγούμενου, του Χαρμπί Χαΐμ Χαμπίμπ. Εδώ μιλάει και για τις φτωχογειτονιές που στεγάζονταν χιλιάδες Εβραίων, το Ρεζή Βαρδάρη, την Αγία Παρασκευή, το Χιρς, τον 151, την Καλαμαριά (δεν έχει σχέση με τη σημερινή γειτονιά), τον 6, τα Καραγάτσια (Caragateles τον ονομάζει), ενώ γράφει και για τον οικισμό 12, τον οποίο δεν γνωρίζω πού βρισκόταν.
  • Το έβδομο κεφάλαιο έχει τίτλο «A sad preface before extermination» το οποίο δεν έχει τόση σχέση με τα υπόλοιπα, καθώς κύριο θέμα του κεφαλαίου είναι η επανάσταση στο γκέτο της Βαρσοβίας. Εδώ γράφει ο Levy ότι κατά την άποψή του υπεύθυνοι σε μεγάλο βαθμό για το χαμό των Εβραίων ήταν οι Άγγλοι, γιατί γνώριζαν για τα κρεματόρια, αλλά δεν προσπάθησαν να τα σταματήσουν, καθώς τους βόλευε ο χαμός των Εβραίων για αν προωθήσουν τα δικά τους συμφέροντα στην Παλαιστίνη. Λέει επίσης ότι στο Άουσβιτς υπήρχαν φύλακες από τη Παλαιστίνη, μάλλον Αραβικής καταγωγής.
  • Το όγδοο κεφάλαιο έχει τίτλο «The last Passover before war». Περιγράφει εδώ την κατάσταση όπως ήταν λίγο πριν την είσοδο της Ελλάδας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με την επίθεση της Ιταλίας εναντίον μας. Υποστηρίζει ότι η Κοινότητα βοηθήθηκε από το καθεστώς του Μεταξά, καθώς τότε σταμάτησαν οι αντισημιτικές επιθέσεις και αυτό συνετέλεσε στο να αισθανθούν πολλοί Εβραίοι την Ελλάδα ως πατρίδα τους με αποτέλεσμα πολλοί να πολεμήσουν στο Αλβανικό μέτωπο.
  • Το ένατο κεφάλαιο έχει τίτλο «The Greek-Italian War». Ο Levy πολέμησε στο μέτωπο και εδώ μιλάει για κάποιες εμπειρίες του εκεί. Είχε πάρει και παράσημο κιόλας για τις υπηρεσίες του.
  • Το δέκατο και τελευταίο κεφάλαιο έχει τίτλο «The blockade of the Regie District». Εδώ δεν μιλάει φυσικά μόνο για το μπλόκο στο Ρεζή, αλλά για τα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής. Εδώ οι κατηγορίες εναντίον του Κόρετς είναι πιο έντονες, γράφει ότι φερόταν σαν να ήταν Γερμανός. Περιγράφει δε με λεπτομέρειες τις τελευταίες στιγμές πριν αδειάσει το Ρεζή και μεταφερθούν οι κάτοικοί του αρχικά στο Χιρς και μετά με τα τρένα προς το Άουσβιτς. Το πιο ενδιαφέρον όμως κομμάτι είναι αυτό που γράφει για τη δράση και τη ζωή του Βιτάλ Χασσόν και των συνεργατών του (αναφέρει τον Jack Albala, τον Leon Topouz, τον Albert Castro και τον Yoel Groufter). Έχουμε πολλές λεπτομέρειες για τη δράση και τον χαρακτήρα του, υπάρχει δε και μία φωτογραφία του Χασσόν, σπάνια νομίζω καθώς δεν έχουμε δει πολλές φορές το πρόσωπό του. Λέει δε ότι το αρχηγείο του βρισκόταν στη γωνία των οδών Βουτυρά και Σαπφούς, γωνία που υπάρχει ακόμη στην πόλη μας.

Εδώ τελειώνει κάπως απότομα και η διήγηση του Levy, όπως είπαμε και νωρίτερα. Πέρα από τα όσα γράφει, εξαιρετικό ενδιαφέρον έχουν οι παροιμίες και οι επιμορφωτικές ιστορίες, σαν τους μύθους του Αισώπου, των Εβραίων Θεσσαλονικέων, που αποδεικνύουν τη σοφία και το χιούμορ αυτών των ανθρώπων. Υπάρχουν πολλά ονόματα και γεγονότα, αλλά όπως είπα δεν υπάρχει κάποια επιστημονική επιμέλεια του κειμένου και χρειάζεται ένας ιστορικός να πει τι από όσα γράφει ισχύει και τι όχι, γιατί υπάρχουν και ανακρίβειες σημαντικές στο κείμενο.

Μετά από αυτά τα κεφάλαια ακολουθούν δύο σύντομα παραρτήματα. Το πρώτο έχει να κάνει με μία λίστα που είχε φτιάξει ο Levy, με 252 ονόματα επιζώντων του Ολοκαυτώματος και των στρατοπέδων εξόντωσης και συγκέντρωσης. Σημειώνει τα ονόματά τους, τον αριθμό που είχαν καθώς και το σε ποια στρατόπεδα είχαν βρεθεί. Το δεύτερο παράρτημα είναι κάποια σκίτσα που είχαν δημοσιευτεί στην εφημερίδα Έθνος μαζί με μια σειρά άρθρων του Γεώργιου Σπορίδη, τα οποία υπάρχουν σε βιβλίο που κυκλοφορεί στην ελληνική αγορά με τίτλο «Ο Μεγάλος Διωγμός«.

Προσωπικά το βιβλίο μου άρεσε πολύ. O Levy ήθελε να κάνει μία καταγραφή των όσων θυμόνταν και των όσων έζησε, αλλά μαζί να καταγράψει κάποια στοιχεία από τον λαϊκό πολιτισμό των Εβραίων Θεσσαλονικέων και κυρίως από τις λαϊκές τάξεις. Δούλεψε ως δάσκαλος και ως ραβίνος, ο πατέρας του ήταν ξυλουργός και έχουμε να κάνουμε με τη μαρτυρία ενός ανθρώπου που δεν ανήκε στην αστική ή μεγαλοαστική τάξη, αλλά μάλλον στη μικρομεσαία. Ναι μεν υπάρχουν ανακρίβειες, αλλά προσπαθώντας να μπω στην λογική και να καταλάβω την πρόθεση που είχε, τις δικαιολογώ. Δεν έκανε μία ιστορική μελέτη, αλλά μια απλή καταγραφή των όσων είχε στο μυαλό του. Είναι φανερή και η πικρία του και ο θυμός του και η απογοήτευσή του και η λύπη του και η νοσταλγία του. Έφυγε νωρίς από τη ζωή, φορτωμένος με μνήμες μιας πολύ δύσκολης ζωής και τελικά ο κόσμος έμαθε τα όσα είχε να πει περίπου 40 χρόνια μετά τον θάνατό του. Για τη Θεσσαλονίκη έχει πολλά να πει και να γράψει και κυρίως για τους ομόθρησκούς του. Μπορείτε να το βρείτε μόνο μέσω της Amazon.

Σχολιάστε

Filed under Συγγραφείς, LEVY, Semaya

Μία από τις μόλις τρεις περιπτώσεις απόκρυψης Εβραίων Θεσσαλονικέων από Χριστιανούς στην Κατοχική Θεσσαλονίκη

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: 600 days in hiding – A Jewish family in Nazi-Occupied Thessaloniki Greece

Συγγραφέας: Andreas Algava

Έκδοση: For Passion Publishing (2018)

ISBN: 978-1-98346254-2

Τιμή: Περίπου €13

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Το πέμπτο βιβλίο που είχε παρουσιαστεί στη Vivlioniki, στις 13 Μαρτίου του 2014, ήταν βασισμένο στο ημερολόγιο που είχε κρατήσει η Ροζίνα Ασσέρ-Πάρδο όταν η οικογένειά της παρέμεινε κρυμμένη στο σπίτι του Γιώργου και της Φαίδρας Καρακώτσου κατά την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής της Θεσσαλονίκης. Αυτή ήταν η μία από τις μόλις τρεις γνωστές περιπτώσεις, όπου οικογένειες Εβραίων Θεσσαλονικέων κατάφεραν να σωθούν από το Ολοκαύτωμα καθώς κατάφεραν να κρυφτούν σε σπίτια Χριστιανών. Η δεύτερη περίπτωση τέτοιας οικογένειας αποτελεί το θέμα της σημερινής ανάρτησης, είναι οι εμπειρίες της οικογένειας Αλγκάβα, όπως τις θυμούνταν ο Χένρι και η Αλλέγκρα Αλγκάβα και τις κατέγραψε ο γιος τους Αντρέας Αλγκάβα, συγγραφέας του βιβλίου.

Η έκδοση είναι απλή και λιτή. Το βιβλίο είναι γραμμένο στα αγγλικά. Στο εξώφυλλο κυριαρχεί η γνωστή φωτογραφία, μοναδική ίσως στην πόλη μας, από την Εγνατία, όταν ο φωτογράφος αποτύπωσε τη στιγμή που Εβραίοι Θεσσαλονικείς μαζεύονταν πριν βαδίσουν προς το γκέτο του Χιρς (η φωτογραφία βέβαια είναι αντεστραμμένη). Υπάρχει φωτογραφικό υλικό από το οικογενειακό αρχείο των Αλγκάβα και από το προσωπικό αρχείο του Ανδρέα Ασσαέλ. Το βιβλίο προλογίζουν ο πρώην Δήμαρχος Θεσσαλονίκης Γιάννης Μπουτάρης και οι δύο κόρες του συγγραφέα, Alisa και Carin. Στην αρχή υπάρχει επίσης και ένα σύντομο βιογραφικό του συγγραφέα. Ευανάγνωστο κείμενο, συνολικά μια αξιοπρεπής δουλειά.

Το κυρίως μέρος του βιβλίου αποτελείται από 47 σύντομα κεφάλαια, τα οποία ακολουθούν χρονολογική σειρά (με μία ή δυο μικρές εξαιρέσεις) και κινούνται από την 28η Οκτωβρίου του 1940 (έναρξη πολέμου με Ιταλία) έως την 31η Οκτωβρίου του 1944 (την επομένη της Απελευθέρωσης από τους Γερμανούς). Πέρα από τον τίτλο σημειώνεται και μία ημερομηνία. Το κείμενο βασίζεται στις εμπειρίες των γονιών του συγγραφέα, αλλά δίνονται με κάποιον «μυθιστορηματικό» τρόπο, για παράδειγμα κάποιοι διάλογοι και κάποιες περιγραφές γεγονότων. Στις περισσότερες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται τα αληθινά ονόματα των προσώπων με εξαιρέσεις, φαντάζομαι, όταν μιλάνε για ανθρώπους που πρόδωσαν τους πρωταγωνιστές. Ίσως ο συγγραφέας να ήθελε να απευθυνθεί κυρίως στο αμερικάνικο κοινό, οπότε προσπαθεί το κείμενό του να είναι μερικές φορές «κινηματογραφικό». Αυτό βέβαια δεν αλλάζει τη σημασία των ιστορικών γεγονότων του κειμένου, τα οποία είναι και σημαντικά και συνταρακτικά σε αρκετά σημεία τους. Καλό θα είναι ο αναγνώστης να μπορεί να διαχωρίσει την μυθιστορηματική πλοκή από την αληθινή ιστορία.

Η περίοδος που οι Αλγκάβα παρέμειναν κρυμμένοι ήταν από τις 11 Μαρτίου του 1943 (4 μόλις μέρες πριν την πρώτη αποστολή Εβραίων Θεσσαλονικέων για το Άουσβιτς) έως την ημέρα της Απελευθέρωσης της πόλης. Με δεδομένο ότι είχαν αναγκαστεί να αφήσουν το σπίτι τους στην Τσιμισκή και να μεταφερθούν οικογενειακώς κάπου κοντά στον Βαρδάρη, το πιο πιθανό είναι να είχαν μεταφερθεί με μία από τις πρώτες αποστολές, αν δεν είχαν πάρει την απόφαση να δραπετεύσουν. Το πρώτο τους καταφύγιο ήταν ένα σπίτι στην Άνω Πόλη, στην περιοχή των Κάστρων και λίγο πιο κάτω από το Γεντί Κουλέ. Ο ιδιοκτήτης όμως του δωματίου (τον οποίο ονομάζουν «Παχύς») προτίμησε να τους κοροϊδέψει για να εκμεταλλευτεί τα τρόφιμα και τα υπάρχοντά τους. Ως δεύτερο καταφύγιο βρέθηκε ένα σπίτι επί της οδού Αγαπηνού (ο κάθετος δρόμος στην Εγνατία, πίσω ακριβώς από την εκκλησία της Υπαπαντής) στην περιοχή της Καμάρας. Από εκεί αναγκάστηκαν να φύγουν για λόγους ασφαλείας και να μεταφερθούν στο τρίτο καταφύγιό τους, πάλι, από όσο κατάλαβα, κάπου στην περιοχή της Καμάρας. Από εκεί θα γνωρίσουν και την απελευθέρωση. Σε αντίθεση με την οικογένεια της Ροζίνας Ασσέρ-Πάρδο, οι Αλγκάβα μπορούσαν να κινηθούν, παράνομα βέβαια, και διατηρούσαν σχέσεις με τους γείτονες, είχαν πάρει το επίθετο «Τουφεξίδης». Πολλές φορές βρέθηκαν στα όρια της αποκάλυψης και για τις 600 μέρες του τίτλου ζούσαν συνεχώς με το φόβο της αποκάλυψης.

Πέρα από τις προσωπικές εμπειρίες της οικογένειας, γίνονται στο βιβλίο και κάποιες αναφορές σε άλλα γεγονότα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Για παράδειγμα γίνεται λόγος για 18 ζευγάρια τα οποία ήταν αποτέλεσμα μικτού γάμου (Εβραίος/α με Χριστιανή/ο) και τα οποία γλίτωσαν τον εκτοπισμό. Ένα άλλο παράδειγμα (δυστυχώς βαρβαρότητας και μίσους) είναι η αναφορά στο Πάσχα του 1944, όταν στην ενορία του Αγίου Υπατίου (νυν Παναγία Δέξια) κατά το σύνηθες έθιμο της καύσης του Ιούδα, οι Χριστιανοί είχαν φτιάξει ένα ανδρείκελο το οποίο παρίστανε τον Ιούδα και στο οποίο είχαν φορέσει το κίτρινο αστέρι που είχαν υποχρεωθεί να φορέσουν και οι Εβραίοι Θεσσαλονικείς. Γίνεται επίσης λόγος και για κάποιες άλλες προσπάθειες Εβραϊκών οικογενειών να κρυφτούν σε χριστιανικές οικογένειες, οι οποίες όμως απέτυχαν για διάφορους λόγους. Μία τέτοια ήταν και αυτή της οικογένειας Καράσσο, της οικογένειας δηλαδή της Αλλέγκρα, την οποία όμως πρόδωσαν οι γείτονες του σπιτιού όπου κρύβονταν. Από την 8μελή οικογένεια της Αλλέγκρα (δυο γονείς και έξι παιδιά) σώθηκαν μόνο η Αλλέγκρα και ο μεγάλος αδερφός της, ο Πέπο. Στο κείμενο ο αναγνώστης μπορεί να βρει και άλλα ιστορικά στοιχεία.

Υπάρχουν μικρά λαθάκια στο κείμενο, τα οποία δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία, ούτε αλλοιώνουν την αξία των ιστορικών γεγονότων. Για παράδειγμα υπάρχει σε φωτογραφία το δελτίο ταυτότητας της Αλλέγκρα με νούμερο 24435, ενώ από τυπογραφικό λάθος στο κεφάλαιο αναφέρεται 34435. Επίσης σε μία υποσημείωση αναφέρεται ο Άγιος Υπάτιος ως η παλαιότερη εκκλησία της Θεσσαλονίκης. Αλλά κανένα από αυτά δεν αλλάζει την ουσία των πραγμάτων, ίσως σε μία δεύτερη έκδοση να διορθωθούν.

Πέρα από την οικογένεια των Αλγκάβα, σώθηκαν και οι γονείς του Χένρι, ο Αβραάμ και η Μύριαμ, οι οποίοι επίσης κατάφεραν να κρυφτούν σε σπίτια Χριστιανών. Στην αρχή και οι 5 ήταν μαζί, αλλά μετά για λόγους ασφαλείας χωρίστηκαν. Στην αρχή του βιβλίου αναφέρει ότι ο Χένρι ήθελε ο Αντρέας να μεγαλώσει με κύρια γλώσσα την ελληνική, γεγονός που λέει ότι βοήθησε την οικογένεια να σωθεί. Αντιθέτως το γεγονός ότι η Μύριαμ (η οποία ως πιο ηλικιωμένη φυσικό ήταν να γνωρίζει άριστα τα λαντίνο και ελάχιστα τα ελληνικά) δεν μπορούσε να μιλήσει ελληνικά με σωστή προφορά, παραλίγο να αποβεί μοιραίο για αυτήν.

Παρά το γεγονός ότι η οικογένεια του Αλγκάβα ένιωσε την προδοσία πολλές φορές από τις ελληνικές αρχές αλλά και από Έλληνες μεμονωμένους, η αναφορά τους στους Έλληνες συνολικά είναι θετική και μνημονεύει κυρίως την αγάπη που γνώρισε από τους φίλους του, που έτρεξαν με κίνδυνο προσωπικό για να σωθούν οι Αλγκάβα. Το βιβλίο άλλωστε το αφιερώνει ο Ανδρέας Αλγκάβα στους γονείς του και στους Έλληνες που έτρεξαν για να τον βοηθήσουν. Αυτοί ήταν πολλοί, αλλά η αφιέρωση γίνεται στους:

  • Μάρκο Χομπίτη,
  • Νίκο Ευκαρπίδη,
  • Μαρίκα Καρακίτσου,
  • Στέφανο και Σουλτάνα Χρυσάφη και
  • Κώστα και Ευγενία Παπαπαύλου.

Για λόγους που δεν γνωρίζω, κανείς από αυτούς τους ανθρώπους δεν θεωρήθηκαν άξιοι να πάρουν τον τίτλο του «Γενναίου μεταξύ των Εθνών».

Μετά το τέλος του πολέμου οι Αλγκάβα πήραν πίσω την περιουσία τους μετά από δικαστικές αποφάσεις και το 1946 μετακόμισαν στις ΗΠΑ. Εκεί μένει τώρα και ο Ανδρέας Αλγκάβα, ο οποίος όλα αυτά τα γεγονότα που περιγράφονται στο βιβλίο τα πέρασε ως μικρό παιδί, καθώς γεννήθηκε το 1939. Ο Χένρι και η Αλλέγκρα στα γεράματά τους πήγαν στο Ισραήλ και εκεί πέθαναν σε βαθιά γεράματα.

Υπάρχουν τρία παραρτήματα στο τέλος του βιβλίου. Το πρώτο είναι η κατάθεση του Πέπο Καράσσο κατά τη δίκη ενός εκ των αδερφών Χασσόν. Το δεύτερο είναι ένα σύντομο κείμενο της Έυα Καράσσο, συζύγου του Πέπο, η οποία συναντήθηκε με τον Πέπο στο Άουσβιτς και είναι μία από τις ελάχιστες ιστορίες αγάπης φαντάζομαι, που γεννήθηκαν μέσα στο στρατόπεδο εξόντωσης. Το τρίτο και τελευταίο είναι μία αναφορά στο λειτουργικό του Yom HaShoah, μίας δέησης στη μνήμη των 6 εκατομμυρίων νεκρών Εβραίων του Ολοκαυτώματος. Υπάρχει επίσης και ο επίλογος, όπου αναφέρεται η μοίρα των πρωταγωνιστών του βιβλίου.

Προσωπικά πιστεύω ότι αν ο Αλγκάβα είχε επιλέξει να κρατήσει τις μαρτυρίες των γονιών του με τη μορφή συνέντευξης και είχε δοθεί μεγαλύτερη σημασία στην ιστορική επιμέλεια του έργου, το βιβλίο του θα είχε πολύ μεγαλύτερη δυναμική, γιατί η μορφή «μυθιστορήματος» που επέλεξε το κάνει να μοιάζει σαν μια απλή ιστορία. Ο αναγνώστης, όπως έγραψα και νωρίτερα, οφείλει να διαχωρίσει την ιστορική μαρτυρία από τα λογοτεχνικά στοιχεία του βιβλίου. Αν το κάνει, θα έχει μπροστά του μία συναρπαστική και μοναδική ιστορία θάρρους, θέλησης για ζωή, αλληλεγγύης και εξύμνησης της ανθρωπιάς.

Σχολιάστε

Filed under ALGAVA, Andreas, Συγγραφείς

Το Ολοκαύτωμα όπως το έζησε η Εβραία Θεσσαλονικιά Λίζα Πίνχας, σε ένα γαλλικό βιβλίο

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Récit de l’enfer. Manuscrit en français d’une Juive de Salonique déportée

Συγγραφέας: Λίζα Πίνχας

Έκδοση: Fondation pour la Mémoire de la Shoah, Éditions Le Manuscrit (2016)

ISBN: 978-2-304-04414-0

Τιμή: Περίπου €35

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Η πρώτη φράση που σκέφτηκα να γράψω για να ξεκινήσω την παρουσίαση αυτού του βιβλίου ήταν το «Άλλη μία μαρτυρία μίας επιζώσας του Ολοκαυτώματος θα δούμε σήμερα». Ένιωθα όμως ότι κάτι τέτοιο δεν θα άρμοζε σε αυτό το έργο, καθώς στην ουσία δεν μιλάμε απλά για «άλλη μία μαρτυρία» και επίσης δεν είναι και πολλές οι μαρτυρίες γυναικών από τις σκοτεινές εκείνες μέρες. Η μαρτυρία της Θεσσαλονικιάς Λίζας Πίνχας είναι ξεχωριστή για πολλούς λόγους, τους οποίους θα προσπαθήσω να σας περιγράψω στη συνέχεια.

Η έκδοση είναι απλή και λιτή. Το βιβλίο είχε κυκλοφορήσει στα ελληνικά και στα αγγλικά το 2014 από το Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδας, αλλά καμία από αυτές τις δύο εκδόσεις δεν μπόρεσα να βρω. Το γαλλικό κείμενο εκδόθηκε από το γαλλικό ίδρυμα «Fondation pour la Mémoire de la Shoah» (Ίδρυμα για τη μνήμη του Ολοκαυτώματος) το 2016. Εγώ βρήκα μια ανατύπωση αυτής της έκδοσης που έγινε φέτος στις 20 Σεπτεμβρίου. Γενικά αυτήν την έκδοση στα γαλλικά μπορείτε να βρείτε και εσείς πιο εύκολα, καθώς είναι διαθέσιμη στο διαδίκτυο, ενώ δυστυχώς το ελληνικό κείμενο μπορείτε να το βρείτε μόνο στο Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδας στην Αθήνα (δεν γνωρίζω αν διατίθεται και σε αυτό της Θεσσαλονίκης) και το Μουσείο δεν το δίνει προς πώληση σε κάποιο βιβλιοπωλείο, ούτε υπάρχει ηλεκτρονικό πωλητήριο. Υπάρχουν πολλές φωτογραφίες τόσο από το προσωπικό αρχείο της οικογένειας Πίνχας, όσο και από άλλες πηγές. Επίσης η τιμή του βιβλίου δεν είναι αυτή που αναγράφεται στο οπισθόφυλλο και την οποία έβαλα και εγώ στις γενικές πληροφορίες, το πιο πιθανό είναι να το βρείτε φθηνότερα. Στο εξώφυλλο είναι η Πίνχας το 1945, λίγους μήνες μετά την απελευθέρωσή της. Στα ελληνικά ο τίτλος του βιβλίου είναι «Ιστορία από την Κόλαση», ενώ η ελληνική έκδοση έχει τίτλο » Αντιμέτωπη με το Ολοκαύτωμα». Συνολικά μια όμορφη δουλειά.

Πριν τις σελίδες με τη μαρτυρία της Πίνχας, υπάρχουν 4 προλογικά κείμενα. Το πρώτο είναι της Ζανέτ Μπαττίνου, διευθύντριας του Εβραϊκού Μουσείου Ελλάδας. Το δεύτερο είναι της Νανάς-Μαζαλτώβ Μωυσή, η οποία είναι ανιψιά της συγγραφέως και ήταν αυτή που έδωσε στο Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδας το χειρόγραφο της Πίνχας. Ακολουθεί ένα κείμενο της Οντέτ Βαρών-Βασάρ, ιστορικού, δίνει πολύ σημαντικές πληροφορίες για τη σημασία της συγκεκριμένης μαρτυρίας. Το τελευταίο κείμενο είναι της Γαρουφαλλιάς Μίχα, η οποία είχε κάνει τη μετάφραση στην ελληνική έκδοση, καθώς το πρωτότυπο η Πίνχας το είχε γράψει στα γαλλικά. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο βιβλίο εδώ υπάρχει η πρωτότυπη μορφή του κειμένου, ενώ μεταφράσεις υπάρχουν μόνο για κάποια προλογικά κείμενα καθώς και για το παράρτημα του βιβλίου, το οποίο θα δούμε στη συνέχεια.

Η μαρτυρία της Πίνχας χωρίζεται σε δύο μέρη:

  • Το πρώτο έχει τίτλο «Temoignage» (Μαρτυρία). Σε 20 σύντομα κεφάλαια γίνεται αναφορά σε όλα αυτά τα κομμάτια τα οποία στο σύνολό τους έφτιαχναν τον κόσμο του Άουσβιτς. Από την άφιξη στο Άουσβιτς, την περιγραφή των πρώτων στιγμών, την οργάνωση του στρατοπέδου, τα μπλοκ, τη διατροφή, τα διάφορα κομμάντο, το νοσοκομείο, το φοβερό μπλοκ 10 (εδώ γινόντουσαν ιατρικά πειράματα στις γυναίκες), την επανάσταση των Sonderkommando τον Οκτώβριο του 1944, τις διαλογές, τα κρεματόρια, μέχρι και την μαύρη αγορά που υπήρχε στο στρατόπεδο. Σε κοντά 130 σελίδες η Πίνχας εισάγει τον αναγνώστη του σήμερα σε έναν κόσμο μοναδικό σε σκληρότητα και αθλιότητα. Εδώ η Πίνχας δεν χρησιμοποιεί μόνο τις δικές της εμπειρίες, αλλά και πράγματα που έχει ακούσει ή διαβάσει.
  • Το δεύτερο έχει τίτλο «Rapport: ma vie dans divers camps de concentration» (Αναφορά: Η ζωή μου στα στρατόπεδα συγκέντρωσης). Εδώ υπάρχουν 8 κεφάλαια στα οποία η Πίνχας μιλάει αποκλειστικά για τη δική της εμπειρία στον κόσμο των στρατοπέδων εξόντωσης και συγκέντρωσης. Από τον Απρίλιο του 1943 έως τις αρχές του 1945 βρέθηκε στο Άουσβιτς, στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Ράβενσμπρουκ και η απελευθέρωσή της έγινε από το Ρέχλινγκ. Πέρα από την ιδιαίτερα λεπτομερή περιγραφή των όσων πέρασε, ενδιαφέρον παρουσιάζει το ότι αφιερώνει ένα ξεχωριστό κεφάλαιο για τους Εβραίους της Ουγγαρίας που βρέθηκαν στο Άουσβιτς μετά το 1944 και των οποίων η παρουσία εκεί πέρα σήμανε την εντατικοποίηση του ρυθμού των δολοφονιών, καθώς ήταν εκατοντάδες χιλιάδες. Όλο αυτό το κομμάτι του βιβλίου είναι συγκλονιστικό.

Υπάρχει στο τέλος και ένα παράρτημα με μία ομιλία που είχε δώσει η Πίνχας το 1969 στο Εβραϊκό Νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης, όπου μέσα σε όλα τα άλλα έλεγε και για την ανάγκη να δημοσιοποιηθούν οι μαρτυρίες όσων είχαν επιζήσει του Ολοκαυτώματος.

Τι λοιπόν κάνει τη μαρτυρία της Πίνχας τόσο ξεχωριστή σε σχέση ίσως με άλλες που έχουμε δει με σχετικό θέμα;

  • Πρώτον το πότε γράφτηκε. Η Πίνχας ξεκίνησε από νωρίς να γράφει τα όσα έζησε σε χαρτί, άρα υπάρχει εγγύτητα μεταξύ του πότε έγινε η καταγραφή και πότε συνέβησαν τα περιστατικά που περιγράφονται. Σύμφωνα δε με το βιβλίο η καταγραφή τελείωσε το 1972 λόγω ενός εγκεφαλικού. Η πρώτη μαρτυρία επιζώντα Εβραίου Θεσσαλονικέα του Ολοκαυτώματος που δημοσιεύτηκε και που γνωρίζω εγώ είναι αυτή του Αλβέρτου Μενασσέ, η οποία κυκλοφόρησε από την Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης το 1974, στη συνέχεια ήρθε το βιβλίο του Χάιντς Κούνιο το 1981. Η Πίνχας πέθανε το 1980, η μαρτυρία της βρέθηκε στο Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδας κάποια χρόνια αργότερα, αλλά δημοσιεύτηκε μόλις το 2014, παραμένει όμως ίσως η πρώτη προσπάθεια τέτοιας καταγραφής.
  • Δεύτερον το ότι μιλάμε για μαρτυρία μίας γυναίκας. Έχουμε δει στο παρελθόν τη μαρτυρία της αδερφής του Χάιντς Κούνιο, της Έρικας Κούνιο-Αμαρίλιο, η οποία είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά το 1995, ενώ στο βιβλίο των Ναρ και Κούνιο-Αμαρίλιο με τις προφορικές μαρτυρίες επιζώντων είχαμε δει επίσης κάποιες μαρτυρίες γυναικών. Τέλος και η Νίνα Μπενρουμπή έζησε την εμπειρία των στρατοπέδων συγκέντρωσης, αλλά όχι στο Άουσβιτς, καθώς η δική της αποστολή είχε προορισμό το Μπέργκεν-Μπέλσεν. Εδώ όμως η Πίνχας παρουσιάζει με πάρα πολλές λεπτομέρειες τον κόσμο του Άουσβιτς όπως τον βίωσαν οι γυναίκες αιχμάλωτες γενικά και η ίδια πιο ειδικά.
  • Τρίτον ότι η Πίνχας ήταν συνειδητοποιημένη στην ανάγκη να μάθει ο κόσμος αυτά που πέρασε από πολύ νωρίς. Αυτό φαίνεται και από την ομιλία της στο παράρτημα του βιβλίου. Γράφει με πολλές λεπτομέρειες, σίγουρα είναι έντονο το συναίσθημα, αλλά παρουσιάζει τον κόσμο του Άουσβιτς με ακρίβεια, όπως με ακρίβεια δίνονται και άλλα στοιχεία αυτής της περιόδου, όπως για παράδειγμα η πορεία θανάτου κατά την εγκατάλειψη του Άουσβιτς.

Η Πίνχας έχασε στο Ολοκαύτωμα τους γονείς της, 5 αδέρφια της, τον άντρα της και πάνω από 100 ακόμη συγγενείς της. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της μετά την εμπειρία του Άουσβιτς το έζησε στη Θεσσαλονίκη και αγωνίστηκε για να ακουστεί η φωνή των Εβραίων Θεσσαλονικέων και για τα συμφέροντα όσων είχαν απομείνει από την πολυπληθή κοινότητά τους.

Προσωπικά το βιβλίο μου άρεσε πάρα πολύ. Από τα πιο πλήρη βιβλία σχετικά με εμπειρίες ατόμων που βίωσαν τα στρατόπεδα εξόντωσης, γραμμένο με μαεστρία και ρεαλισμό που συγκλονίζει σε κάποια σημεία του τον αναγνώστη. Το ότι επιλέχτηκε από το γαλλικό φορέα που είναι υπεύθυνος για τη διατήρηση της μνήμης του Ολοκαυτώματος δεν πιστεύω ότι έγινε κατά τύχη. Αν γνωρίζετε γαλλικά μπορείτε να το βρείτε εύκολα στο διαδίκτυο, για την ελληνική έκδοση ή την αγγλική προσπαθώ να βρω τρόπους απόκτησής του.

Σχολιάστε

Filed under ΠΙΝΧΑΣ, Λίζα, Συγγραφείς

Ένα βιβλίο για το ρόλο του Ιταλικού Προξενείου Θεσσαλονίκης στη διάσωση Εβραίων Θεσσαλονικέων κατά την Κατοχή

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Salonicco 1943 – Agonia e morte della Gerusalemme dei Balcani

Συγγραφέας: Nico Pirozzi

Έκδοση: Editioni dell’ Ippogrifo (2019)

ISBN: 978-88-31995-07-8

Τιμή: Περίπου €16

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Ένα ακόμη ξενόγλωσσο βιβλίο το οποίο ασχολείται με μία σημαντική ιστορική στιγμή της πόλης θα δούμε σήμερα. Γραμμένο στα ιταλικά, έχει να μας πει πολλά πράγματα για τις μαύρες μέρες της Κατοχής στη Θεσσαλονίκη, για το χαμό των Εβραίων Θεσσαλονικέων και για το ρόλο που έπαιξε το Ιταλικό Προξενείο της πόλης μας στο να σωθούν κάποιοι λίγοι Εβραίοι.

Η έκδοση είναι απλή, λιτή και όμορφη. Στο εξώφυλλο κυριαρχεί ένα κίτρινο αστέρι, παραπέμποντας σε αυτό που υποχρεώθηκαν να φοράνε οι Εβραίοι Θεσσαλονικείς στις αρχές του 1943 (στη Θεσσαλονίκη βέβαια δεν έγραφε το Jude). Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει ευρετήριο όρων και ονομάτων καθώς και βιβλιογραφία, ενώ στο κάτω μέρος πολλών σελίδων υπάρχουν σημειώσεις και βιβλιογραφικές αναφορές. Ευανάγνωστο κείμενο, στο σύνολό της μια αξιοπρεπέστατη δουλειά.

Ο Nico Pirozzi δεν είναι ιστορικός, αλλά δημοσιογράφος. Έχει ασχοληθεί πολύ με θέματα σχετικά με το Ολοκαύτωμα, ενώ πριν από το σημερινό βιβλίο είχε γράψει ακόμη ένα στο οποίο εμπλέκονταν ο Εβραϊσμός της Θεσσαλονίκης με τίτλο «Napoli Salonicco Auschwitz. Cronaca di un viaggio senza ritorno«. Το βιβλίο απευθύνεται στο ευρύ κοινό, οπότε το ύφος γραφής δεν είναι το αυστηρό που συναντάμε σε ιστορικά κείμενα και μελέτες, χωρίς αυτό όμως να σημαίνει ότι είναι απλοϊκό ή λαϊκίστικο. Στην Ιταλία το Ολοκαύτωμα της Θεσσαλονίκης έχει γίνει γνωστό σε κάποιους επειδή το Ιταλικό Προξενείο της πόλης είχε προσπαθήσει να σώσει κάποιους Εβραίους από τον εκτοπισμό. Κάποιοι από αυτούς είχαν Ιταλικό διαβατήριο, ενώ σε κάποιους άλλους δόθηκε χωρίς να έχουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να υπάρχουν κάποιοι εκατοντάδες οι οποίοι σώθηκαν χάρη σε αυτές τις ενέργειες.

Στη Vivlioniki για το ρόλο του Ιταλικού Προξενείου κατά τη διάρκεια της Κατοχής και τις ενέργειές του για τη σωτηρία κάποιων Εβραίων Θεσσαλονικέων έχουμε δει μερικά βιβλία, με πιο πρόσφατο το εξαιρετικό του Ανδρέα Μπουρούτη, λίγο παλαιότερα ένα παιδικό βιβλίο του Luigi Ballerini, ενώ έχουμε σύντομες αναφορές στο αυτοβιογραφικό κείμενο της Νίνας Μπενρουμπή, αλλά και στο In Memoriam.

Το βιβλίο αποτελείται στην ουσία από δύο μέρη. Το πρώτο αποτελείται από 16 σύντομα κεφάλαια, ενώ το δεύτερο, που είναι το παράρτημα του βιβλίου, είναι κάποια χειρόγραφα κείμενα του Lucillo Merci, Ιταλού στρατιωτικού που υπηρέτησε στη Θεσσαλονίκη και πιο συγκεκριμένα στο Ιταλικό Προξενείο κατά την περίοδο της Κατοχής και ο οποίος ερχόταν σε επαφή με τους Γερμανούς αξιωματικούς που ευθύνονταν και οργάνωσαν το Ολοκαύτωμα της Θεσσαλονίκης. Δυστυχώς τα χειρόγραφα δεν σκέφτηκε κάποιος να τα έχει τυπωμένα ώστε να μπορούν να διαβάζονται εύκολα από όλους… Τέλος πάντων, με αφορμή αυτά τα χειρόγραφα κείμενα ο Pirozzi γράφει πολλά και ενδιαφέρονται πράγματα που σχετίζονται με την Κατοχή και το Ολοκαύτωμα της Θεσσαλονίκης, κάποια εκ των οποίων είναι γνωστά σε εμάς, κάποια άλλα όχι, ενώ σίγουρα μεγάλη μερίδα των Ιταλών ξέρει ελάχιστα πράγματα για αυτά.

Το πρώτο κεφάλαιο έχει τίτλο «Dicembre 2018, settantacinque anni dopo…», που σημαίνει «Δεκέμβριος 2018, εβδομήντα πέντε χρόνια μετά. Είναι ουσιαστικά μία μορφή προλόγου στο κείμενο που ακολουθεί.

Το δεύτερο κεφάλαιο έχει τίτλο «Un diario e tanti misteri», που σημαίνει «Ένα ημερολόγιο και πολλά μυστήρια». Εδώ διαβάζουμε βιογραφικά στοιχεία για τον Lucillo Merci και λεπτομέρειες για το ημερολόγιό του. Σε αυτό το ημερολόγιο στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό το υλικό του βιβλίου, αν και ο Pirozzi έχει κάνει έρευνα και σε βιβλιογραφία και στο διαδίκτυο, αλλά και σε αρχειακό υλικό.

Το τρίτο κεφάλαιο έχει τίτλο «Vous etes les plus forts…», το οποίο σημαίνει «Είσαι ο ισχυρότερος». Ο τίτλος είναι κομμάτι της απάντησης που είχε δώσει ο Ιωάννης Μεταξάς στον πρεσβευτή Γκράτσι στα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου του 1940. Το κεφάλαιο αναφέρεται στον πόλεμο μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας, μιλάει για τους Εβραίους που υπηρέτησαν στον Ελληνικό στρατό (κυρίως στην 50η και 63η ταξιαρχία) κτλ.

Το τέταρτο κεφάλαιο έχει τίτλο «I sommersi e i salvati», το οποίο σημαίνει «Οι πνιγμένοι και οι σωσμένοι». Πολύ ενδιαφέρον κεφάλαιο, όπου ο Pirozzi μιλάει για τα εγκλήματα των Ιταλικών στρατευμάτων Κατοχής στον Ελλαδικό χώρο, ενώ υπάρχει γενικά αναφορά για τις προσπάθειες προστασίας των Εβραίων

Το πέμπτο κεφάλαιο έχει τίτλο «Thessalonique, la mere d’Israel», που σημαίνει «Θεσσαλονίκη, μητέρα του Ισραήλ». Πέρα από τα πολλά γνωστά που υπάρχουν για την Εβραϊκή παρουσία στη Θεσσαλονίκη, υπάρχουν και κάποιες ενδιαφέρουσες αναφορές, όπως για παράδειγμα το ότι καποιοι Εβραίοι της πόλης μας έφυγαν μετά την Μεγάλη Πυρκαγιά του 1917 και βρέθηκαν στη Νάπολη. Κυρίως γίνεται λόγος για την περίοδο του Μεσοπολέμου, για τις αντισημιτικές ενέργειες που κυριάρχησαν στην πόλη κα.

Το έκτο κεφάλαιο έχει τίτλο «Ruhe von dem Sturm» και σημαίνει «Ηρεμία πριν την καταιγίδα». Εδώ περιγράφονται τα γεγονότα μεταξύ Απριλίου του 1941, όταν οι Γερμανοί κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη, έως τον Φεβρουάριο του 1943, όταν και άρχισαν οι ολοκληρωτικές διώξεις, αναγκάστηκαν οι Εβραίοι να φορέσουν το κίτρινο αστέρι κα.

Το έβδομο κεφάλαιο έχει τίτλο «Il cerchio si stringe» και σημαίνει «Ο κύκλος σφίγγει» ή όπως θα το λέγαμε εμείς, «Ο κλοιός σφίγγει». Ουσιαστικά το κεφάλαιο αυτό είναι μία συνέχεια του έκτου, με αναφορές σε γεγονότα που συνέβησαν στα τέλη του 1942 και στις αρχές του 1943. Μέσα στα διάφορα που αναφέρονται, γίνεται και αναφορά σε ένα γεγονός, που δεν γνώριζα. Ο Μέρτεν είχε διηγηθεί ότι μία μέρα που ο Βισλιτσένι δεν είχε πατάτες, διέταξε να του φέρουν με ένα καρότσι 50 κιλά, αλλά ζήτησε να τις κουβαλήσουν 4 ραβίνοι, οι οποίοι θα έσερναν το καρότσι, το οποίο θα ήταν δεμένο στα γένια τους.

Το όγδοο κεφάλαιο έχει τίτλο «I dilemmi del Rabbi», που σημαίνει «Τα διλήμματα του Ραβίνου». Εδώ γίνεται λόγος για τις ευθύνες και το ρόλο του Ραβίνου Κόρετς. Μάλλον αρνητικά σκιαγραφείται η παρουσία του Κόρετς, με τον συγγραφέα να κλίνει κυρίως προς την άποψη ότι οι πράξεις του κινούνταν στα όρια της προδοσίας.

Το ένατο κεφάλαιο έχει τίτλο «Los dias de la agonia», που σημαίνει «Οι μέρες της αγωνίας». Τα πράγματα πλέον ήταν στην τελική ευθεία για την απέλαση των Εβραίων Θεσσαλονικέων.

Το δέκατο κεφάλαιο έχει τίτλο «Grand Hotel Baron Hirsch» και νομίζω όλοι καταλαβαίνουμε ότι ο τίτλος είναι ειρωνικός. Η ιστορία του συνοικισμού, που χτίστηκε για να στεγάσει φτωχούς Εβραίους από την Ανατολική Ευρώπη και πυροπαθείς της Μεγάλης Πυρκαγιάς του 1917 και λόγω της εγγύτητάς του με τον Παλαιό Σιδηροδρομικό Σταθμό έμελλε να είναι το τελευταίο σπίτι που γνώρισαν περίπου 46000 Εβραίοι Θεσσαλονικείς, πριν επιβιβαστούν στα τρένα για το Άουσβιτς.

Το ενδέκατο κεφάλαιο έχει τίτλο «Villa Olgas il Consolato della salvezza», που σημαίνει «Βίλα Όλγας, το προξενείο της σωτηρίας». Είναι ένα από τα πιο βασικά κεφάλαια του βιβλίου, καθώς αναφέρονται εδώ οι πράξεις των δύο Ιταλών Προξένων, του Guelfo Zamboni και του Giuseppe Castruccio, αλλά και του Lucillo Merci καθώς και κάποιων άλλων λιγότερο γνωστών πρωταγωνιστών. Μερικά γεγονότα είναι ήδη γνωστά, κάποια άλλα σίγουρα όχι. Η επίσημη Ιταλική Κυβέρνηση γνώριζε πολλά για το τι θα γινόταν σε όλους τους Εβραίους Θεσσαλονικείς που θα έφευγαν με τα τρένα για την Πολωνία και κινήθηκε προς τη σωτηρία των Εβραίων Θεσσαλονικέων Ιταλικής καταγωγής τόσο για ανθρωπιστικούς λόγους, αλλά και για οικονομικούς σε μία προσπάθεια να προστατευθούν οι περιουσίες τους ως κομμάτι της περιουσίας του Ιταλικού Κράτους. Πάρα πολύ ενδιαφέρον κομμάτι.

Το δωδέκατο κεφάλαιο έχει τίτλο «Un treno per Atene», που σημαίνει «Ένα τρένο για την Αθήνα». Πρόκειται για την εξιστόρηση των γεγονότων που οδήγησαν στην «απόδραση» των Εβραίων Θεσσαλονικεών προς την Αθήνα με αμαξοστοιχία που έφυγε τον Ιούλιο του 1943 και με προορισμό την Αθήνα. Όλη αυτή η ιστορία, με τις δυσκολίες, τους κινδύνους, τις προδοσίες κτλ θα μπορούσε άνετα να γίνει μια κινηματογραφική ταινία.. Επίσης πάρα πολύ ενδιαφέρον κεφάλαιο.

Το δέκατο τρίτο κεφάλαιο έχει τίτλο «Operazione Palestina», που σημαίνει «Επιχείρηση Παλαιστίνη». Εδώ γίνεται λόγος για ένα εντελώς άγνωστο κεφάλαιο προς εμένα, μία πρόταση που είχε γίνει να μεταφερθούν 20000 Εβραίοι Θεσσαλονικείς προς την Παλαιστίνη. Εδώ εμπλέκονται άτομα όπως ο Μέρτεν και ο Άιχμαν, δεν γνωρίζω αν κάτι τέτοιο ισχύει πραγματικά ή όχι, πάντως στο κείμενο δίνονται αρκετές πληροφορίες για αυτήν την πρόταση.

Το δέκατο τέταρτο κεφάλαιο έχει τίτλο «L’ultimo testimone», που σημαίνει «Ο τελευταίος μάρτυρας». Εδώ έχουμε τις μνήμες του Claudio Modiano, ο οποίος κατάφερε να σωθεί, καθώς πρόλαβε και έφυγε για την Ιταλία μαζί με την οικογένειά του και σώθηκε από το Ολοκαύτωμα. Ήταν συγγενής των Modiano, που έφτιαξαν τη γνωστή αγορά στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.

Το δέκατο πέμπτο κεφάλαιο έχει τίτλο «Coraggiosi ma non Giusti», που σημαίνει «Θαρραλέος, αλλά όχι Δίκαιος». Μεγάλη κουβέντα μπορεί να γίνει με αφορμή αυτό το κεφάλαιο. Κανείς από τους πρωταγωνιστές της ιστορίας αυτής δεν πήρε τον τίτλο του Δίκαιου των Εθνών. Αυτό φαίνεται να είναι και ένα παράπονο του συγγραφέα, ο οποίος μάλλον θεωρεί άδικη μία τέτοια απόφαση. Ο κύριος λόγος για τον οποίο ίσως κανείς δεν τιμήθηκε με αυτόν τον τίτλο είναι ίσως το γεγονός ότι κατηγορήθηκαν με το ότι βοήθησαν στο να δραπετεύσει ο Βιτάλ Χασόν, ένας από τους προδότες των Εβραίων Θεσσαλονικέων, ο οποίος αναφέρεται αρκετές φορές στο βιβλίο, με αντάλλαγμα τη βοήθειά του για τη δραπέτευση κάποιων Εβραίων από το γκέτο του Χιρς.

Το δέκατο έκτο κεφάλαιο έχει τίτλο «Un debito di gratitudine» και είναι ουσιαστικά ο επίλογος με τις ευχαριστίες του συγγραφέα.

Το υπόλοιπο βιβλίο είναι φωτοτυπημένες σημειώσεις ημερολογιακού χαρακτήρα του Merci, στις οποίες ως ένα μεγάλο βαθμό έχει βασιστεί και ο Pirozzi για τη συγγραφή του βιβλίου.

Το έργο αυτό έχει πολλά πράγματα που ήδη γνωρίζουμε και αρκετά που προσωπικά τα διάβασα για πρώτη φορά. Ο ρόλος του Ιταλικού Προξενείου δεν έχει ακόμη πλήρως αποσαφηνιστεί, ποιες ήταν οι πραγματικές προθέσεις, αν θα μπορούσε να γίνει κάτι παραπάνω κτλ. Οι Ιταλοί παρουσιάζουν όλη αυτή τη δράση ως κάτι ηρωικό και μπορώ να πω ότι συμφωνώ σε μεγάλο βαθμό μαζί τους, ότι έγιναν πράξεις που έσωσαν εκατοντάδες Εβραίους συμπολίτες μας. Οι ιστορικοί όμως είναι αυτοί που θα απαντήσουν στα ερωτήματα και θα ερευνήσουν την αλήθεια. Προσωπικά το βιβλίο μου άρεσε πολύ. Έχει μια ζωντάνια στην περιγραφή και ο μέσος αναγνώστης μπορεί να το χαρεί χωρίς να τον κουράσει. Πιστεύω ότι κάποια στιγμή ίσως να μεταφραστεί και στα Ελληνικά. Μέχρι τότε πάντως μπορείτε να το βρείτε διαδικτυακά σε όλα τα Ιταλικά βιβλιοπωλεία.

Σχολιάστε

Filed under Συγγραφείς, PIROZZI, Nico

Θεσσαλονικείς ποιητές για το Ολοκαύτωμα της Θεσσαλονίκης

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Οι προγραμματισμένοι στο χαμό

Συγγραφέας: Ντίνος Χριστιανόπουλος

Έκδοση: Διαγώνιος (1990)

ISBN: –

Τιμή: Περίπου €10

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Με αφορμή τον θάνατο του Ντίνου Χριστιανόπουλου κάποια βιβλιοπωλεία έψαξαν στις αποθήκες τους και έβγαλαν στα ράφια τους διάφορα βιβλία του συγγραφέα, τα οποία δεν μπορούσαμε εύκολα να βρούμε στο παρελθόν. Ένα από αυτά τα «χαμένα» βιβλία που έψαχνα παλαιότερα είναι το αντικείμενο της σημερινής ανάρτησης. Μία μικρή συλλογή ποιημάτων Θεσσαλονικέων ποιητών με θέμα το Ολοκαύτωμα της πόλης μας και το χαμό της Εβραϊκής κοινότητας.

Η έκδοση είναι τυπικότατη της Διαγωνίου. Καλλιτεχνική επιμέλεια, ως συνήθως, είχε ο Κάρολος Τσίζεκ. Όμορφο, λιτό εξώφυλλο σε άλλο χρώμα από το λευκό που συχνά βλέπαμε στις εκδόσεις αυτές. Αξάκριστο, συνολικά είναι από τις εικόνες βιβλίων που μου αρέσουν πολύ.

Πολύ ενδιαφέρον έχει το εισαγωγικό κείμενο του Χριστιανόπουλου, όπου παρουσιάζει τις προσωπικές του εικόνες από το διωγμό των Εβραίων Θεσσαλονικέων και κατακρίνει το γεγονός ότι πολλοί λίγοι ποιητές ήταν αυτοί που ασχολήθηκαν με το Ολοκαύτωμα της πόλης. Ξεχωρίζει δε δύο ποιητές, τη Ζωή Καρέλλη και τον Γιώργο Ιωάννου και λέει λίγο περισσότερα λόγια για αυτούς και τα ποιήματα που είχαν γράψει για το χαμό των Εβραίων. Για όσους γνωρίζουν πράγματα σχετικά με τις σχέσεις του Χριστιανόπουλου με τον Ιωάννου, θα εντυπωσιαστούν ίσως από το γεγονός ότι ο Χριστιανόπουλος αναγνωρίζει το έργο του Ιωάννου, τόσο το ποιητικό, όσο και το πεζογραφικό.

Ο Χριστιανόπουλος επέλεξε έργα από 9 ποιητές και συνολικά υπάρχουν 15 μόνο ποιήματα. Αν και ο Χριστιανόπουλος αναφέρει ότι δεν είναι μόνο αυτά τα ποιήματα με αναφορές στο Ολοκαύτωμα της πόλης, δεν μπορεί να μην κάνει θλιβερή εντύπωση ότι ο χαμός κοντά 50000 ανθρώπων σε χρονικό διάστημα λιγότερο του μισού χρόνου δεν συγκίνησε πολλούς ανθρώπους του πνεύματος της Θεσσαλονίκης και μάλιστα ανθρώπων που πιθανότατα είχαν υπάρξει μάρτυρες του διωγμού.

Πρώτα υπάρχουν δύο ποιήματα του Γιώργου Καφταντζή, τα οποία είχαν κυκλοφορήσει για πρώτη φορά το 1961. Η Ζωή Καρέλλη ήταν από τις πρώτες που μίλησαν για το χαμό των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, με το ποίημα «Των Εβραίων» που είχε κυκλοφορήσει το 1948, ενώ το έργο της «Ισραήλ», που είναι ίσως πιο γνωστό, είχε κυκλοφορήσει το 1955. Συγκινητικό το ποίημα του Τάκη Βαρβιτσιώτη με τίτλο «Χειμερινό Ηλιοστάσιο» το 1955, αν και είχε γραφεί το 1948. Ο Χριστιανόπουλος προσθέτει και ένα ακυκλοφόρητο ποίημα δικό του, το οποίο λέει ότι είχε γράψει το 1947. Ακολουθούν στο βιβλίο τα τρία εξαιρετικά ποιήματα του Γιώργου Ιωάννου, το «Τα ηλιοτρόπια των Εβραίων», το «Το μάθημα» και το «Με το τραίνο», όπου το πρώτο είχε κυκλοφορήσει το 1954 και τα άλλα δύο το 1963. Η Νίνα Κοκκαλίδου-Ναχμία είχε γράψει τα επόμενα δύο ποιήματα του βιβλίου, το ένα είχε κυκλοφορήσει το 1964, το δεύτερο μάλλον το 1965. Συγκινητικό το ποίημα του Μάριου Μαρίνου Χαραλάμπους με τίτλο «Γιούτα Κοέν» που κυκλοφόρησε το 1971 στο βιβλίο του «Οι φωνές των δρόμων«, όπως και το ποίημα του Γιώργου Βαφόπουλου για μια μικρή Ραχήλ, που είχε κυκλοφορήσει το 1985. Πάρα πολύ μου άρεσε το ποίημα «Κατοχικό» του Ι. Α. Νικολαΐδη, τον οποίο ομολογώ ότι δεν γνώριζα και το οποίο ποίημα είχε κυκλοφορήσει το 1987. Τέλος το βιβλίο κλείνει ένα έργο του Ευάγγελου Σουλτάνη με τίτλο «Εις μνήμην», που είχε κυκλοφορήσει το 1983.

Στο τέλος του βιβλίου, όπου αναφέρονται οι πρώτες δημοσιεύσεις των ποιημάτων, ο Χριστιανόπουλος λέει ότι απέρριψε συνολικά 8 ποιήματα, ενώ επέλεξε να μην υπάρχουν στο βιβλίο έργα ποιητών που δεν θεωρεί Θεσσαλονικείς. Συνολικά δηλαδή από τα ποιήματα που είχε διαβάσει ο Χριστιανόπουλος (και σίγουρα είχε διαβάσει πάρα πολλά), βρέθηκαν ελάχιστα με θέμα το χαμό των Εβραίων.

Όπως φαίνεται και από ένα βιβλίο της Φραγκίσης Αμπατζοπούλου για την ελληνική πεζογραφία που είναι σχετική με το Ολοκαύτωμα της Θεσσαλονίκης, η ελληνική λογοτεχνία δεν φάνηκε να συγκινείται από το φριχτό τέλος των Εβραίων Θεσσαλονικέων. Στη λυπηρή αυτή διαπίστωση τείνει να συμφωνεί και το βιβλίο του Χριστιανόπουλου. Ευτυχώς σήμερα έχουμε αρκετά περισσότερα έργα σχετικά με το θέμα, τα οποία με την ασφάλεια της χρονικής απόστασης ίσως είναι πιο εύκολο να γραφούν. Πάντως νομίζω ότι μόνο τιμή αξίζει στους ποιητές της πόλης, που έγραψαν για το θέμα αυτό, σε αντίδραση με τη μάζα του πνευματικού κόσμου που προτίμησε να σιωπήσει για τους δικούς του λόγους.

Προσωπικά το βιβλίο μου άρεσε πολύ. Αξίζει να το διαβάσει κάποιος για πολλούς λόγους.

Σχολιάστε

Filed under Συγγραφείς, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, Ντίνος

Επιζώντες του Ολοκαυτώματος θυμούνται και τραγουδούν παλιά Σεφαραδίτικα τραγούδια

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Θυμάμαι…Επιζώντες του Ολοκαυτώματος τραγουδούν Σεφαραδίτικα τραγούδια

Συγγραφέας: Αλμπέρτος Ναρ, Λέων Ναρ

Έκδοση: Ιανός (2020)

ISBN: 978-618-5141-77-6

Τιμή: Περίπου €15

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Ένα μουσικό ταξίδι στη μνήμη θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κάποιος το σημερινό βιβλίο που θα δούμε στη Vivlioniki. Σε μια γλώσσα με ρίζες στην Καστίλη, που πριν από 100-150 χρόνια κυριαρχούσε στην πόλη μας και με μουσικές που είναι ένα κράμα Ανατολής, Βαλκανίων και Ιβηρικής χερσονήσου. Οι δε τραγουδιστές είναι άνθρωποι που σώθηκαν από το Ολοκαύτωμα της πόλης και στα γεράματά τους θυμήθηκαν τις μελωδίες με τις οποίες μεγάλωσαν ή τις τραγουδούσαν στα στρατόπεδα εξόντωσης με απώτερο σκοπό να σωθούν αυτά τα κομμάτια του πολιτισμού για να έχουν κληρονομιά οι επόμενες γενεές.

Η έκδοση είναι εξαιρετική. Σκληρό εξώφυλλο, πολύ όμορφη η δημιουργία και η σύνθεση. Ευανάγνωστο κείμενο, δίγλωσσο το πρώτο μέρος (ελληνικά-αγγλικά) με τον πρόλογο και την εισαγωγή, ενώ τρίγλωσσο είναι το δεύτερο μέρος (ελληνικά-αγγλικά-λαντίνο) με τους στίχους των τραγουδιών. Περιλαμβάνεται και CD με τις ηχογραφήσεις.

Στη Vivlioniki έχουμε δει πολλές δουλειές τόσο του Αλμπέρτου Ναρ, όσο και του υιού του, Λέοντα Ναρ. Ο Αλμπέρτος έχει κινηθεί τόσο στο κομμάτι της έρευνας (με το μοναδικό βιβλίο που είχε γράψει με συνεντεύξεις επιζώντων του Ολοκαυτώματος και το εξαιρετικό «Κειμένη επί ακτής θαλάσσης…«, όσο και στο κομμάτι της λογοτεχνίας με τις δύο συλλογές διηγημάτων, το «Σε αναζήτηση ύφους» και το «Σαλονικάι, δηλαδή Σαλονικιός«. Ο Λέων Ναρ έχει παρουσιάσει την εξαιρετική του μελέτη για την επιστροφή των Εβραίων Θεσσαλονικέων επιζώντων των στρατοπέδων εξόντωσης, μία άλλη μελέτη για τη συμπεριφορά των Εβραίων Θεσσαλονικέων στις εκλογές του Μεσοπολέμου, ένα ενδιαφέρον θεατρικό έργο και συμμετείχε στην συγγραφή ενός ωραίου λευκώματος για τη Θεσσαλονίκη. Είναι θετικό ότι ο Λέων δεν εγκλωβίστηκε στο πολύ σπουδαίο έργο του πατέρα του και χαράσσει τη δική του πορεία, κυρίως στο χώρο της έρευνας και της ιστορίας.

Τι είναι λοιπόν αυτό το βιβλίο. Ο Αλμπέρτος Ναρ στα τέλη του 20ου αιώνα είχε ζητήσει από ανθρώπους που επέζησαν του Ολοκαυτώματος να θυμηθούν παλιά τραγούδια, μουσικές και στίχους, με στίχο λαντίνο. Πρόκειται για κομμάτια που πριν από δεκαετίες ακούγονταν συχνά στα σπίτια και στις γειτονιές των Εβραίων Θεσσαλονικέων. Κυρίως μιλάμε για λαϊκή μουσική και ο αναγνώστης και ακροατής θα μείνει έκπληκτος με τα πόσα κοινά στοιχεία υπάρχουν, στον ήχο τουλάχιστον, με τα ρεμπέτικα. Ο Λέων Ναρ μάζεψε το υλικό και επιμελήθηκε όλης αυτής της προσπάθειας με αποτέλεσμα την κυκλοφορία αυτού του βιβλίου.

Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει ο πρόλογος του Νίκου Ορδουλίδη ο οποίος ως μουσικολόγος αναλύει από τη μεριά του τα τραγούδια αυτά και τη σημασία τους, ενώ αναφέρεται και στις ελάχιστες γνώσεις που έχουμε για τη μουσική στη Θεσσαλονίκη πριν το 1912 (αναφέρεται και το μοναδικό βιβλίο, το αριστούργημα του Αριστομένη Καλυβιώτη σχετικά με τη μουσική στη Θεσσαλονίκη πριν το 1912). Ο Λέων Ναρ από τη μεριά του γράφει για τους Σεφαραδίτες Εβραίους Θεσσαλονικείς και τη μουσική τους.

Μετά τα κείμενα αυτά και ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα για τον Αλμπέρτο Ναρ, υπάρχουν οι στίχοι των τραγουδιών σε ελληνικά, αγγλικά και λαντίνο. Πρόκειται για κομμάτια τα οποία ερμηνεύουν επιζώντες του Ολοκαυτώματος. Οι ηχογραφήσεις είναι απλές και καλό θα ήταν να μην περιμένεις κάποιος ποιότητα ενός στούντιο. Είναι όμως συγκινητικό το να ακούς αυτούς τους ανθρώπους, που κουβάλησαν στη μνήμη τους φριχτές εικόνες, με τη γερασμένη τους φωνή να τραγουδάνε παλιά κομμάτια μιας άλλης εποχής. Οι «καλλιτέχνες» αυτοί είναι οι Δαβίδ Σαλτιέλ, Μπιενβενίδα Μάνο, Ιακώβ Χάλεγουα, Μωύς Εσκενάζι και Μωύς Χαλέγουα. Ο Σαλτιέλ ήταν ο μόνος που δεν βρέθηκε σε στρατόπεδο εξόντωσης, καθώς δεν αναφέρεται το νούμερο στρατοπέδου του. Μπορεί οι στίχοι να φαίνονται ξένοι, αλλά οι ήχοι είναι ιδιαίτερα γνώριμοι σε αρκετά τραγούδια, την εξήγηση θα τη βρείτε στα προλογικά σημειώματα. Δεν γίνεται πάντως να ακούσετε την Μπιενβενίδα Μάνο να τραγουδάει το «Alevanta Jacko» και να μην σας έρθει κατευθείαν στο μυαλό η «Ελενίτσα» της Χαρούλας Αλεξίου. Ή τον Μωύς Εσκενάζι να τραγουδά το «Quien te va ver kon katsaras» και να μην σας έρθει στο μυαλό το πολύ γνωστό «Το γελεκάκι» σε μία από τις πολλές ερμηνείες του τραγουδιού. Το περιεχόμενο των τραγουδιών είναι κυρίως ερωτικό, αλλά δεν λείπουν και τα χιουμοριστικά με πιο χαρακτηριστικό ίσως το «El encalador», του οποίου ο στίχος ακόμη και σήμερα θα θεωρούνταν ιδιαιτέρως σόκιν!

Δεν έχω ρίζες Εβραϊκές, κατά το ήμισυ μόνο έχω προσφυγική καταγωγή. Θυμάμαι τη γιαγιά μου Ανδρομάχη να τραγουδά τα Ποντιακά τραγούδια μερικές φορές και αυτή ήταν η εικόνα που μου ήρθε στο μυαλό διαβάζοντας για ηλικιωμένους που τραγουδάνε κομμάτια με τα οποία μεγάλωσαν ή τα οποία άκουγαν στην καθημερινότητά τους. Αυτό ήταν για μένα μια συγκινητική εικόνα. Τα λαντίνο είναι μια γλώσσα που αξίζει να μαθαίνεται καθώς σε αυτήν μέσα κρύβεται ένα κομμάτι της ιστορίας της πόλης μας, είτε σε εφημερίδες, είτε σε βιβλία, είτε σε τραγούδια. Και το βιβλίο το σημερινό κινείται προς την σωστή κατεύθυνση.

Προσωπικά το βιβλίο μου άρεσε πολύ, τα δε τραγούδια, αν και δεν θα καταλάβαινα τους στίχους χωρίς τη μετάφραση, τα απόλαυσα για την αυθεντικότητά τους. Οπωσδήποτε θα πρέπει να διαβαστεί από όλους τους Εβραίους Θεσσαλονικείς και κυρίως από τους πιο νεώτερους. Εξαιρετική δουλειά.

2 Σχόλια

Filed under ΝΑΡ, Αλμπέρτος, ΝΑΡ, Λέων, Συγγραφείς

Η μοίρα των Εβραίων Θεσσαλονικέων μαθητών των Ιταλικών Σχολείων της πόλης μας και ο ρόλος του Ιταλικού Προξενείου κατά τη διάρκεια της Κατοχής

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Ολοκαύτωμα στη Θεσσαλονίκη – Η Ιταλική στάση και οι Εβραίοι μαθητές του Ουμπέρτο Πρίμο

Συγγραφέας: Ανδρέας Μπουρούτης

Έκδοση: Αλεξάνδρεια (2020)

ISBN: 978-960-221-843-3

Τιμή: Περίπου €19

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Η σημερινή ανάρτηση έχει να κάνει με ένα βιβλίο το οποίο έρχεται να ρίξει περισσότερο φως στο Ολοκαύτωμα της Θεσσαλονίκης και τον σχεδόν ολοκληρωτικό χαμό της Εβραϊκής Κοινότητας της πόλης μας κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Ο συγγραφέας εστιάζει την προσοχή του στη μοίρα των Εβραίων Θεσσαλονικέων με Ιταλική υπηκοότητα, εξετάζει τη στάση του επίσημου Ιταλικού Κράτους στα γεγονότα της Κατοχής μέσα από τις κινήσεις του Ιταλικού Προξενείου Θεσσαλονίκης και μιλάει για τη δομή των Ιταλικών σχολείων της Θεσσαλονίκης στη διάρκεια του Μεσοπολέμου και το πόσο επηρεάστηκαν αυτά από το φασιστικό καθεστώς που κυριαρχούσε στην Ιταλία.

Η έκδοση είναι απλή και λιτή. Το βιβλίο προλογίζει η Ρένα Μόλχο. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει ευρετήριο ονομάτων και όρων καθώς και οι πηγές της έρευνας του συγγραφέα μαζί με τη βιβλιογραφία. Επίσης στο τέλος υπάρχει και το παράρτημα με τα έγγραφα στα οποία αναφέρεται το βιβλίο (με δυσκόλεψε λίγο αυτό το μπρος-πίσω, δεν κατάλαβα γιατί επιλέγεται αυτή η τακτική και δεν βάζουν το έγγραφο στη σελίδα που πρέπει…) καθώς και κάποιοι πίνακες. Στο κάτω μέρος των σελίδων ο αναγνώστης μπορεί να βρει βιβλιογραφικές αναφορές και σημειώσεις. Συνολικά μια αξιοπρεπής δουλειά.

Ο Ανδρέας Μπουρούτης είχε εμφανιστεί στη Vivlioniki μέσα από ένα έργο του για τα ευρωπαϊκά σχολεία της πόλης μας από τα τέλη του 19ου αιώνα έως το 1943. Εδώ ξεκινάει τη μελέτη του από τα αρχεία ενός ιταλικού σχολείου της Θεσσαλονίκης – του Ουμπέρτο Πρίμο – και μέσα από έρευνα σε αρχεία στην Ιταλία, στη Γερμανία και αλλού μας παρουσιάζει την άγνωστη μοίρα εκατοντάδων συμπολιτών μας, κάποιοι εκ των οποίων στάθηκαν τυχεροί και σώθηκαν, ενώ κάποιοι άλλοι χάθηκαν στα κρεματόρια του Άουσβιτς.

Το βιβλίο ανήκει στην πολύ ενδιαφέρουσα σειρά των εκδόσεων Αλεξάνδρεια με τίτλο «Θέματα Εβραϊκής Ιστορίας», η οποία μας έχει δώσει μερικά εξαιρετικά ιστορικά κείμενα. Πριν λίγο καιρό είχαμε δει το βιβλίο του Μωσέ Αελιόν, ενώ παλαιότερα έχουν παρουσιαστεί στη Vivlioniki η μελέτη του Ντεβίν Νάαρ για τον Εβραϊσμό της πόλης μας, η επανακυκλοφορία του μνημειώδους έργου του Μαρσέλ Νατζαρή καθώς και αυτή του βιβλίου του Ισαάκ Ματαράσσο και μία μελέτη του Λέων Σαλτιέλ (επίκαιρη καθώς χθες είχαμε τη Γιορτή της Μητέρας). Στη σειρά υπάρχουν και άλλα έργα, τα οποία όμως δεν έχω διαβάσει.

Ο Μπουρούτης χωρίζει το υλικό του σε δύο μέρη.

  • Το πρώτο μέρος αποτελείται από δύο κεφάλαια, όπου στο πρώτο αναλύεται ο τρόπος λειτουργίας των Ιταλικών Σχολείων στη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου και βλέπουμε τις αλλαγές που έγιναν λόγω του φασιστικού καθεστώτος που επικρατούσε τότε στη γείτονα χώρα. Ειδικά μετά το 1938 και τη λήψη αντισημιτικών μέτρων από την Κυβέρνηση Μουσολίνι, πολλά άλλαξαν για τα δύο δημοτικά, τη μία οικοκυρική σχολή και το γυμνάσιο που υπήρχαν στη Θεσσαλονίκη και ανήκαν στο Ιταλικό Κράτος. Στο δεύτερο κεφάλαιο έχουμε στοιχεία για το Ολοκαύτωμα των Εβραίων Θεσσαλονικέων, όχι μόνο στη Θεσσαλονίκη, αλλά και στην υπόλοιπη επικράτεια. Μπορεί μεν το μεγαλύτερο μέρος της χώρας να ήταν υπό Ιταλική Κατοχή, αλλά μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας το φθινόπωρο του 1943, οι Γερμανικές δυνάμεις εξαπέλυσαν το κυνηγητό εναντίον των Εβραίων Ελλήνων σε όλη την επικράτεια.
  • Εξαιρετικό το δεύτερο μέρος του βιβλίου, το οποίο στηρίχτηκε σε έρευνα του συγγραφέα σε αρχειακό υλικό που βρέθηκε στο Ιταλικό Ινστιτούτο της πόλης μας. Με αφορμή τις εκθέσεις μαθητών για τις εξετάσεις του σχολείου Ουμπέρτο Πρίμο, ο Μπουρούτης μελετά τη μοίρα αυτών των μαθητών, αλλά μας μιλάει και για έναν άγνωστο ήρωα της Θεσσαλονίκης, τον δικηγόρο Δημήτρη Σπηλιάκο, ο οποίος με κίνδυνο της ζωής της δικής του αλλά και της οικογένειάς του, έσωσε τον Αλμπέρτο Σιμαντώβ και τη μητέρα του καθώς άλλες δύο οικογένειες Εβραίων. Από τις 10 ιστορίες μαθητών, οι οποίες όλες τρομερό ενδιαφέρον, θα σταθώ σε αυτήν της Εσθήρ Σαπόρτα, καθώς το πρόσωπό της είναι εξώφυλλο σε ένα εξαιρετικό παιδικό βιβλίο, που είχαμε δει παλαιότερα στη Vivlioniki και η οποία Εσθήρ χάθηκε μαζί με τους γονείς της στο Άουσβιτς, σε αυτήν του Αλμπέρτο Σιμαντώβ, ο οποίος σώθηκε όπως είπαμε χάρη στο θάρρος και την ευσυνειδησία του Δημήτρη Σπηλιάκου, του Ντάνιελ Μπεναμίας, ο οποίος βρέθηκε στο Άουσβιτς και έζησε και αυτός τη φρίκη των Ζόντερκομμάντο (είναι η τέταρτη μαρτυρία Εβραίου Θεσσαλονικέα από το χειρότερο κομμάντο στα στρατόπεδα εξόντωσης μετά από αυτές των Μαρσέλ Νατζαρή, Λεών Κοέν και Σλόμο Βενέτσια) και τέλος του Τζιοβάνι και Μπιάνκα Φερνάνδες οι οποίοι έχουν συνδέσει το όνομά τους με την επιβλητική Βίλα Μπιάνκα επί της Βασ. Όλγας και οι οποίοι δολοφονήθηκαν από τους Γερμανούς στην Λίμνη Ματζιόρε κοντά στα σύνορα Ιταλίας-Ελβετίας. Στα τραγικά αυτά γεγονότα αναφέρεται ένα μυθιστόρημα που είχαμε δει παλαιότερα στη Vivlioniki με τίτλο «Ρέινα Ζιλμπέρτα«.

Ο Μπουρούτης κάνει μία εξαιρετική δουλειά και καταφέρνει μέσα από την έρευνά του να βάλει ένα ερωτηματικό στη στάση του Ιταλικού Προξενείου Θεσσαλονίκης για τη διάσωση τόσο των Εβραίων Θεσσαλονικέων με Ιταλική υπηκοότητα, όσο και σε αυτών με Ελληνική. Παλαιότερα έχουν γραφτεί πολλά για το ρόλο των Ιταλών Προξένων Ζαμπόνι και Καστρούτσιο και του προσωπικού του Ιταλικού Προξενείου (το κτίριό του είναι το αρχοντικό στην αρχή της Βασ. Όλγας, η Βίλα Σαλέμ, δίπλα στο κτίριο που στεγάζει σήμερα το bar Cazablanca) και τις πράξεις τους κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι πολλοί σώθηκαν χάρη στις ενέργειές τους, αλλά μελετά τις προθέσεις και τα κίνητρα αυτής της κίνησης, τα οποία σύμφωνα με το αρχειακό υλικό δεν ήταν πάντα τα καλύτερα. Έχω μία ένσταση για το γεγονός ότι σε κάποιο σημείο του βιβλίου μιλάει για έναν «εκ των πλέον σημαντικών εκπροσώπων των γραμμάτων και των τεχνών της μεταπολεμικής Θεσσαλονίκης» ο οποίος εργάστηκε για βιοποριστικούς λόγους στο Ιταλκό σχολείο Ουμπέρτο Πρίμο κατά τη διάρκεια της Κατοχής, αλλά βάζει μόνο τα αρχικά του (Κ.Τ.), ενώ πριν έχει κατονομάσει τον Στέλιο Ξεφλούδα, πολύ γνωστό πεζογράφο της Θεσσαλονίκης κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, ως καθηγητή των Ιταλικών σχολείων.

Από τις εκθέσεις των παιδιών, κάποια από τα οποία όπως είπαμε χάθηκαν στο Άουσβιτς, θα σταθώ για λίγο σε αυτήν της Εσθήρ Σαπόρτα. Με θέμα έκθεσης τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν του Σολωμού, η Σαπόρτα χρησιμοποίησε υλικό από την 64 (!) στροφή του ποιήματος, φανερώνοντας γνώση του Εθνικού Ύμνου της χώρας. Φαντάζει λοιπόν περισσότερο αστεία η στάση μερικών συμπατριωτών μας, να αμφισβητούν την ελληνικότητα των Εβραίων Θεσσαλονικέων όταν οι ίδιοι δεν γνωρίζουν αν στον πρώτο στίχο της πρώτης στροφής του Εθνικού Ύμνου μας ο Σολωμός γράφει για «όψη» ή «κόψη»…

Προσωπικά βρήκα το βιβλίο εξαιρετικό. Μοναδική δουλειά, γραμμένη με θάρρος και τρόπο ώστε να μπορεί να διαβαστεί από τον καθένα. Ανοίγει μια κουβέντα σχετικά με πολλά θέματα και δίνει στοιχεία για το μεγαλύτερο έγκλημα που έγινε στον 20ο αιώνα στην πόλη μας, το χαμό των Εβραίων Θεσσαλονικέων.

1 σχόλιο

Filed under ΜΠΟΥΡΟΥΤΗΣ, Ανδρέας, Συγγραφείς

Η μαρτυρία του Μωσέ Αελιών από τη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου και τα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Ωδίνες Θανάτου

Συγγραφέας: Μωσέ Αελιών

Έκδοση: Αλεξάνδρεια (2020)

ISBN: 978-960-221-842-6

Τιμή: Περίπου €16

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Την Κυριακή 15 Μαρτίου συμπληρώνονται 77 χρόνια από τη μέρα που έφυγε το πρώτο τρένο με 3000 Εβραίους Θεσσαλονικείς για τα στρατόπεδα εξόντωσης του Άουσβιτς. Με αφορμή το γεγονός αυτό θα παρουσιαστεί στη Vivlioniki ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό, μια ακόμη μαρτυρία ενός επιζώντα του Ολοκαυτώματος της πόλης μας, του Μωσέ Αελιών.

Η έκδοση είναι απλή και λιτή. Στο εξώφυλλο κυριαρχεί μια φωτογραφία που φαντάζομαι θα γεννάει ποικίλα συναισθήματα τρόμου, πόνου, οργής, λύπης σε όσους έζησαν αυτή τη στιγμή. Είναι η στιγμή της διαλογής μετά την άφιξη ενός τρένου στο σιδηροδρομικό σταθμό του Άουσβιτς. Στο κείμενο υπάρχουν κάποιες φωτογραφίες, άλλες από το προσωπικό αρχείο του συγγραφέα, άλλες από διαφορετικές πηγές. Στο τέλος ένα γλωσσάρι χρήσιμο για την επεξήγηση διαφόρων όρων και ονομάτων. Το βιβλίο είχε γραφεί αρχικά στην εβραϊκή γλώσσα, αλλά προτιμήθηκε να μεταφραστεί από την αγγλική. Το βιβλίο ανήκει στη σειρά θεμάτων Εβραϊκής Ιστορίας των εκδόσεων Αλεξάνδρεια, στην οποία ανήκουν και μερικά άλλα πολύ ενδιαφέροντα βιβλία, όπως το έργο του Devin Naar, την επανέκδοση των έργων του Μαρσέλ Νατζαρή και του Ισαάκ Ματαράσσο, αλλά και την εξαιρετική μελέτη του Λέων Σαλτιέλ.

Ο Αελιών γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1925 και η περίοδος της Κατοχής και των διώξεων κατά των Εβραίων τον βρήκαν σε ηλικία μόλις 16-17 ετών. Το νεαρό της ηλικίας του τον βοήθησε να αντέξει τις δυσκολίες των στρατοπέδων εξόντωσης και συγκέντρωσης στα οποία βρέθηκε (αρχικά στο Άουσβιτς, στη συνέχεια στο Μαουτχάουζεν, έπειτα στο Μελκ και στο Έμπενζέε από το οποίο θα απελευθερωθεί τελικά). Έμεινε κρατούμενος για πάνω από δύο χρόνια (από τον Απρίλη του 1943 όταν μεταφέρθηκε στο Άουσβιτς μέχρι τον Μάιο του 1945) και σε αυτό το διάστημα υπήρχαν φορές που έφτασε πολύ κοντά στο θάνατο. Οι συγκυρίες ήταν αυτές που τον κράτησαν ζωντανό, πχ το ότι βρήκε έναν Πολωνό στον οποίο μάθαινε ελληνικά και αυτός για αντάλλαγμα του έδινε τρόφιμα και μπόρεσε και αντιμετώπισε την πείνα που θέριζε τους κρατούμενους στο Άουσβιτς.

Το βιβλίο ξεκινάει με τους προλόγους του συγγραφέα στις 4 εκδόσεις που έγιναν στο βιβλίο. Αυτό είναι ένα στοιχείο που αξίζει νομίζω να σημειωθεί, καθώς η κάθε μία από αυτές τις εκδόσεις είναι εμπλουτισμένη με στοιχεία που έψαχνε ο συγγραφέας, διορθώνονταν λάθη και το κείμενο γινόταν πιο πλήρες. Η πρώτη έκδοση του έργου έγινε το 1992 και ακολούθησε μία δεύτερη το 1997, η τρίτη έκδοση έγινε το 2009 και η τέταρτη το 2018. Η αγγλική έκδοση, από την οποία έγινε η μετάφραση στα ελληνικά κυκλοφόρησε το 2005, αλλά σύμφωνα με τον συγγραφέα έχουν προστεθεί τα νέα στοιχεία από την έρευνά του.

Ακολουθούν διάφοροι έπαινοι για το έργο του Αελιών, από τους οποίους προσωπικά ξεχωρίζω αυτόν του Σιμόν Πέρες, παλαιού Πρωθυπουργού και Προέδρου του Ισραήλ, και του Μπενιαμίν Νετανιάχου, νυν Πρωθυπουργού του Ισραήλ.

Το κυρίως θέμα του βιβλίου χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο γίνεται λόγος για την περίοδο από το 1941, χρονιά που οι Γερμανοί καταλαμβάνουν τη Θεσσαλονίκη, έως το 1945 όπου απελευθερώνεται ο Αελιών από τους Αμερικανούς και μαθαίνουμε κάποια πράγματα για τη μετέπειτα πορεία του. Στο δεύτερο μέρος γίνεται λόγος για την περίοδο του Μεσοπολέμου και για τη ζωή του συγγραφέα και της οικογένειάς του στη Θεσσαλονίκη εκείνη την περίοδο.

Αυτό που ξεχωρίζει το βιβλίο του Αελιών είναι η παράθεση πολλών αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία έψαξε ο συγγραφέας να βρει από διάφορες πηγές. Δεν στηρίζεται μόνο στην προσωπική μνήμη, η οποία με τα χρόνια ξεθωριάζει, αλλά επιζητεί τεκμήρια των όσων έζησε και διορθώνει λάθη του σε ημερομηνίες ή πρόσωπα. Έτσι λοιπόν βρήκε μία φωτογραφία μετά την απελευθέρωση που τον δείχνει σε μία κουκέτα ενός νοσοκομείου στο Έμπενζεε, βρήκε αρχειακό υλικό από μία τιμωρία που του είχε επιβληθεί στο Άουσβιτς επειδή είχε επιχειρήσει να στείλει ένα γραπτό μήνυμα σε μία φίλη του, της Σουζάνας Τεβέτ (μας πληροφορεί ότι η κόρη της Τεβέτ είναι η σύζυγος του νυν Προέδρου της Ισραηλινής Κοινότητας Θεσσαλονίκης) κα. Από το πρώτο μέρος δεν μπορώ να μην σταθώ στο σημείο που περιγράφει τη σκηνή της απελευθέρωσής του, όταν συναντά ένα αμερικάνικο τανκ που φέρει μια ελληνική σημαία και μαζί με άλλους Εβραίους Ελληνικής καταγωγής θα τραγουδήσουν τον εθνικό ύμνο.

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου έχει το δικό του ενδιαφέρον καθώς ο Αελιών περιγράφει τη ζωή του κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου στη Θεσσαλονίκη. Παιδί μίας μάλλον συντηρητικής οικογένειας, με πατέρα σεφαραδίτικης καταγωγής και μητέρα ρωμανιώτικης, θα γνωρίσει μια πόλη αρκετά διαφορετική από αυτήν που είχαν ζήσει οι παππούδες του. Οι παρέες του θα είναι κατά κύριο λόγο εβραιόπουλα, θα πάει σε διάφορα σχολεία, είτε της Κοινότητας της Εβραϊκής, είτε ελληνικά. Μεγαλώνει στην περιοχή κοντά στο Διοικητήριο, επί της σημερινής Ολύμπου και Κυπρίων Αγωνιστών. Δίνει πολλές περιγραφές σχετικά με τα έθιμα που διατηρούσαν οι Εβραίοι Θεσσαλονικείς.

Ιστορικά το βιβλίο έχει να δώσει πολλά πράγματα. Μια μαρτυρία δυνατή, συγκινητική σε κάποια σημεία, θαρραλέα, ρεαλιστική και αποκομμένη από συναισθηματικές φορτίσεις. Ο Αελιών γράφει κυρίως για τις επόμενες γενιές. Όπως και πολλοί άλλοι επιζώντες παρέμεινε σιωπηρός για δεκαετίες πριν αποφασίσει να μοιραστεί τις εμπειρίες του.

Προσωπικά το βιβλίο μου άρεσε πολύ. Ο Αελιών ζει ακόμα, ένας από τους τελευταίους επιζώντες του Ολοκαυτώματος. Μακάρι να μην χρειαστεί η ανθρωπότητα να περάσει όσα έζησε αυτός. Ποτέ ξανά.

1 σχόλιο

Filed under ΑΕΛΙΩΝ, Μωσέ, Συγγραφείς