Tag Archives: μυθιστόρημα

Ένα ακόμη ιστορικό μυθιστόρημα με φόντο τη Μεγάλη Πυρκαγιά του 1917

Σάρωση_20180724

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Η γυναίκα με το κρυμμένο πρόσωπο

Συγγραφέας: Άννα Τσιλιγκίρογλου-Φαχαντίδου

Έκδοση: Ωκεανίδα (2017)

ISBN: 978-960-410-830-5

Τιμή: Περίπου €8

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Η Μεγάλη Πυρκαγιά του 1917 στη Θεσσαλονίκη αποτέλεσε ένα γεγονός, που στιγμάτισε την ιστορική εξέλιξη της πόλης. Οι μεταβολές, που επέφερε στον πολεοδομικό και κοινωνικό χάρτη ήταν σημαντικότατες και πολλοί την θεωρούν ως το χρονικό σημείο, όπου σβήνει πλέον η Θεσσαλονίκη της Ανατολής. Απολύτως φυσιολογικό άρα είναι και το γεγονός ότι η Μεγάλη Πυρκαγιά αποτέλεσε έμπνευση για πολλούς συγγραφείς. Το βιβλίο της σημερινής ανάρτησης ανήκει σε αυτήν την κατηγορία βιβλίων.

Η έκδοση είναι απλή, χωρίς κάτι το ιδιαίτερο. Το εξώφυλλο δεν με εντυπωσίασε, σκηνικό ο Λευκός Πύργος και σε πρώτο φόντο μια γυναίκα με γυρισμένο το πρόσωπό της, ακολουθεί την αισθητική μιας σειράς βιβλίων, όπου για κάποιο λόγο μια γυναικεία μορφή κοσμεί το βιβλίο, ίσως σαν κράχτης για το γυναικείο αναγνωστικό κοινό. Ευανάγνωστο κείμενο, υπάρχουν κάποιες φωτογραφίες, που το συνοδεύουν. Η ταξινόμηση σε κεφάλαια κάνει εύκολη την ανάγνωση. Στο πίσω μέρος του βιβλίου υπάρχει η βιβλιογραφία, που βοήθησε τη συγγραφέα να συλλέξει τα ιστορικά στοιχεία του έργου της. Πριν το κυρίως θέμα του βιβλίου υπάρχει μια σύντομη αναφορά στην ιστορία της πόλης, από την ίδρυσή της έως τις σύγχρονες ημέρες.

Πρωταγωνιστής του έργου είναι ο Ανδρέας Ζιμάς, ένας αρχιτέκτονας των αρχών του 20ου αιώνα. Ζει στη Θεσσαλονίκη την περίοδο της Μεγάλης Πυρκαγιάς, νεαρός ακόμα. Η καταστροφή της πόλης θα επιφέρει μια τεράστια αλλαγή στη ζωή του, καθώς η πανέμορφη γυναίκα του Έλενα θα υποστεί σοβαρά εγκαύματα στο πρόσωπο και θα αναγκαστεί να φορέσει μια μάσκα για να μην φαίνεται η παραμόρφωση. Λίγο καιρό μετά θα πεθάνει από άλλους λόγους. Αυτή είναι και η γυναίκα με το κρυμμένο πρόσωπο του έργου. Στη συνέχεια θα γνωρίσει την Αγγέλα, τον νέο έρωτά του, θα κάνει οικογένεια μαζί της και επαγγελματικά θα ασχοληθεί με την δημιουργία της νέας Θεσσαλονίκης. Ο αναγνώστης θα ακολουθήσει τη ζωή του μέχρι το τέλος της στη δεκαετία του ’50. Πέρα όμως από την προσωπική ζωή του Ανδρέα, παρακολουθούμε και πολλά στοιχεία για την ιστορία της πόλης, μέσα από διαλόγους του Ανδρέα με φίλους και συνεργάτες.

Προσωπικά το βιβλίο δεν μου άρεσε καθόλου. Ούτε ως λογοτεχνικό κείμενο, ούτε ως ιστορικό, άλλωστε στο εξώφυλλο αναφέρει ότι πρόκειται για ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Λογοτεχνικά οι διάλογοι δεν κολλάνε καθόλου με το κείμενο και δεν δείχνουν καθόλου ρεαλιστικοί, η υπόθεση δεν μου άρεσε, καθώς ουσιαστικά η γυναίκα με το κρυμμένο πρόσωπο φεύγει πριν καν τα μέσα του βιβλίου, ο έρωτας με την Αγγέλα μοιάζει να μην έχει κανένα πάθος, οι χαρακτήρες δεν στήνονται σωστά, το τέλος μοιάζει να είναι απότομο, ο χρόνος και η εξιστόρηση των γεγονότων μοιάζει να βιάζονται. Και αν λογοτεχνικά ο καθένας μπορεί να προσεγγίζει ένα κείμενο όπως αυτός θέλει, οπότε κάτι, που αρέσει σε κάποιον, μπορεί να μην αρέσει στον διπλανό του, το ιστορικό κομμάτι του έργου επίσης δεν πείθει. Δεν δικαιολογείται σε ένα βιβλίο, στο οποίο έχει γίνει επιμέλεια, αναγράφονται και ιστορικές πηγές έρευνας, να αναφέρεται ότι από τη Μεγάλη Πυρκαγιά κάηκε ο Άγιος Νικόλας ο Ορφανός (που βρίσκεται στην Άνω Πόλη) και να τον μπερδεύει η συγγραφέας με τον Άγιο Νικόλαο τον Τρανό (που βρισκόταν περίπου στη θέση, που σήμερα βρίσκεται μια μικρή εκκλησία του Αγίου Νικολάου, επί της Μητροπολίτου Γενναδίου, στην Πλατεία Αριστοτέλους). Ή δεν γίνεται να έχει κάνει κάποιος έρευνα και να γράφει ότι στο Μαύρο Σάββατο της πόλης, τον Ιούλιο του 1942, όταν οι Γερμανοί κατά την Κατοχή είχαν μαζέψει τους Εβραίους Θεσσαλονικείς στην Πλατεία Ελευθερίας, ότι φορούσαν το κίτρινο αστέρι (η διαταγή βγήκε τους πρώτους μήνες του 1943). Και αν λογοτεχνικά ο συγγραφέας έχει την «ποιητική αδεία», στις ιστορικές αναφορές χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή.

Δεν μπορώ να πω ότι θα συνιστούσα το βιβλίο αυτό σε κάποιον. Από την άλλη η παρουσίαση των βιβλίων στη Vivlioniki έχει καθαρά υποκειμενικό χαρακτήρα, όπως είπα και πριν μπορεί κάτι, που να μην άρεσε σε εμένα, να συναρπάσει κάποιον άλλον.

Advertisements

2 Σχόλια

Filed under Συγγραφείς, ΤΣΙΛΙΓΚΙΡΟΓΛΟΥ-ΦΑΧΑΝΤΙΔΟΥ, Άννα

Η ανατολίτικη όψη της Θεσσαλονίκης και το τέλος της μέσα από την πένα του Θωμά Κοροβίνη

Σάρωση_20180619 (2)

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Ο θρύλος του Ασλάν Καπλάν

Συγγραφεάς: Θωμάς Κοροβίνης

Έκδοση: Άγρα (2018)

ISBN: 978-960-505-333-8

Τιμή: Περίπου €18

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Το βιβλίο της σημερινής ανάρτησης μας ταξιδεύει πίσω στις ημέρες της Μεγάλης Πυρκαγιάς του 1917 στη Θεσσαλονίκη. Σε μια πόλη εντελώς διαφορετική από τη σημερινή, όχι μόνο ρυμοτομικά, αλλά και εθνολογικά. Στη Θεσσαλονίκη, που συγκρινόταν με τη Βαβέλ, από τους χιλιάδες ανθρώπους διαφορετικών φυλών και εθνών, οι οποίοι βρέθηκαν για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα να συνυπάρχουν στην πόλη μας. Αφορμή για αυτό το ταξίδι ο μεγάλος έρωτας ενός Τουρκαλβανού Θεσσαλονικέα με μια Σεφαραδίτισα συμπολίτισσά μας, ο έρωτας του Ασλάν Καπλάν για τη γοητευτική Σαλώμη.

Η έκδοση είναι άριστη, έχω βαρεθεί να γράφω για το πόσο όμορφα, καλαίσθητα και προσεγμένα βιβλία κάνει ο εκδοτικός οίκος του Άγρα (ίσως καλό θα ήταν να συμβαδίσει και το site τους σε ποιότητα και καλαισθησία με τις εκδόσεις τους). Χρησιμοποιήθηκε χαρτί Palatina των 100gr. Ωραίο εξώφυλλο, ευανάγνωστο κείμενο, γυρνάς τις σελίδες και δεν φοβάσαι ότι θα μείνει το μισό μελάνι στα δάχτυλά σου. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει η βιβλιογραφία, που χρησιμοποίησε ο Κοροβίνης για τη συγγραφή του έργου. Στο κάτω μέρος των σελίδων υπάρχουν πάρα πολλές σημειώσεις, μεταφράσεις των λέξεων, που χρησιμοποιήθηκαν κυρίως από την τουρκική, τη λαντίνο και την εβραϊκή γλώσσα.

Ο Κοροβίνης χαρακτηρίζει το έργο του ως «Λαϊκό ρομάντζο τον καιρό της φωτιάς του ’17 στη Θεσσαλονίκη», δίνοντας ως έναν βαθμό στον αναγνώστη έναν μπούσουλα για το τι πρόκειται να διαβάσει. Η ιστορία διαδραματίζεται στις μέρες ακριβώς της πυρκαγιάς και πιο συγκεκριμένα μέσα στις 32 ώρες της μεγάλης καταστροφής, που έμελλε να αλλάξει ριζικά την εικόνα της πόλης μας (για τη Μεγάλη Πυρκαγιά αν θέλετε μπορείτε να διαβάσετε τα βιβλία της Αλέκας Καραδήμου-Γερόλυμπου και του Ηλία Πετρόπουλου). Πρωταγωνιστής του έργου ο Ασλάν Καπλάν, όπου «Ασλάν» είναι το λιοντάρι και «Καπλάν» είναι η τίγρης (το ήξερα το τελευταίο από το κλασσικό έργο της Άλκης Ζέης «Το καπλάνι της βιτρίνας»), ένας Τουρκαλβανός Θεσσαλονικέας, ένας ήρωας της εποχής του. Γόης, δυνατός, θαρραλέος, τολμηρός, πιστός στους φίλους του, ειλικρινής, έχει θαρρείς όλες τις αρετές ενός ανθρώπου. Για αυτόν η Θεσσαλονίκη είναι κάτι παραπάνω από μια πόλη, που αγαπά, είναι η πατρίδα του, την οποία δεν θέλει να αποχωριστεί για κανέναν λόγο. Έχει μεγαλώσει σε μια πόλη, όπου οι φυλές των ανθρώπων μπλέκονταν μεταξύ τους, μπορεί να μην είχαν πάντα τις καλύτερες σχέσεις, αλλά ήξεραν να συνυπάρχουν. Το άλλο πρωταγωνιστικό πρόσωπο του έργου είναι η Σαλώμη, μια Εβραία καλλονή, της οποίας η γοητεία είναι απαράμιλλη και για την οποία μιλάνε όλοι στην πόλη. Μεταξύ τους δημιουργείται μια σχέση πάθους χωρίς όρια, η οποία μοιραία θα εκτροχιαστεί κάποια στιγμή και θα τύχει ενός τραγικού τέλους. Γύρω από αυτά τα δύο πρόσωπα ο Κοροβίνης τοποθετεί μια πλειάδα άλλων ατόμων με καταλυτικό ρόλο τόσο για τη ροή της ιστορίας, όσο και για τη δημιουργία των χαρακτήρων των πρωταγωνιστών.

Ο Κοροβίνης τοποθετεί τους ήρωές του στη λαϊκή τάξη, στους απλούς ανθρώπους, τους ανώνυμους, οι οποίοι κατά κύριο λόγο ζούσαν στη Θεσσαλονίκη. Η χρονική περίοδος του έργου βρίσκει μια πόλη στην οποία επικρατεί ακόμη το ανατολίτικο χρώμα και εδώ οι γνώσεις του συγγραφέα στην τουρκική γλώσσα και στον πολιτισμό τον βοηθούν σε μεγάλο βαθμό για να πλάσει το σκηνικό του. Κυριαρχεί η ένταση σε όλο το έργο, είτε μιλάει για τον έρωτα, το μίσος, την αγάπη, το πάθος, τη φιλία, τον φόβο. Σαν όλα να έχουν μεγεθυνθεί σε μια στιγμή, που η απόλυτη καταστροφή ήταν μπροστά στα μάτια των ανθρώπων.

Προσωπικά πιστεύω ότι ο Κοροβίνης δεν ήθελε τόσο πολύ να μιλήσει για μια ερωτική ιστορία, αλλά την χρησιμοποιεί για να φτιάξει στα μάτια του αναγνώστη την εικόνα της Θεσσαλονίκης όπως ήταν την περίοδο της Μεγάλης Πυρκαγιάς. Μεγάλα κομμάτια άλλωστε του βιβλίου δεν σχετίζονται καθόλου με τη φλογερή σχέση του Ασλάν και της Σαλώμης (δεν πιστεύω ότι διάλεξε τυχαία το όνομα αυτό για την πρωταγωνίστριά του, κάνοντας παραλληλισμό με τη Σαλώμη της Καινής Διαθήκης), αλλά χρησιμοποιούνται για να φτιαχτεί η εικόνα της πόλης (για παράδειγμα οι διάλογοι του Ασλάν με τη γιαγιά του ή με τον καφετζή στο καφενείο «Το Σουφλί» κα). Η Θεσσαλονίκη της Μεγάλης Πυρκαγιάς είναι μια πόλη με τεκέδες, πορνεία, καφενέδες, μεγάλα ξενοδοχεία και κέντρα διασκέδασης, ένας τόπος με Εβραίους, Χριστιανούς και Μουσουλμάνους και ένα τεράστιο στρατόπεδο με κάθε καρυδιάς καρύδι, όπως παρουσιάζεται στο δεύτερο κιόλας κεφάλαιο, με την επίσκεψη του Ασλάν στο καφέ-αμάν του Σαμπρή Μπέη. Ο αναγνώστης περισσότερο θα γνωρίσει τη Θεσσαλονίκη της Ανατολής και λιγότερο θα ασχοληθεί με την υπόθεση του έργου. Λογοτεχνικά δεν νομίζω ότι μπορεί το βιβλίο να συγκριθεί με παλαιότερα έργα του Κοροβίνη, αλλά δεν νομίζω ότι είχε τέτοιο σκοπό ο συγγραφέας.

Προσωπικά το βιβλίο μου άρεσε. Ο Κοροβίνης καταφέρνει με επιτυχία να αναπαραστήσει τον κόσμο της πόλης, αλλά και την πόλη την ίδια στη δύση της Θεσσαλονίκης της Ανατολής. Η εικόνα, που έχουμε για την πόλη στα τέλη της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αιώνα νομίζω ότι αποκτά μια ευκρίνεια και περισσότερες λεπτομέρειες.

 

Σχολιάστε

Filed under ΚΟΡΟΒΙΝΗΣ, Θωμάς, Συγγραφείς

Το αριστουργηματικό μυθιστόρημα του Τάσου Χατζητάτση

001

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Σα σπασμένα φτερά

Συγγραφέας: Τάσος Χατζητάτσης

Έκδοση: Πόλις (2005)

ISBN: 960-8132-90-8

Τιμή: Περίπου €14

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Πόσες φορές έχετε ξεκινήσει να διαβάζετε ένα βιβλίο και αυτό να σας συναρπάζει τόσο πολύ, ώστε να χάνετε την αίσθηση του χρόνου βυθισμένος στις σελίδες και στα λόγια του συγγραφέα; Λίγες φορές φαντάζομαι, καθώς μπορεί πολλά βιβλία να σας άρεσαν, αλλά ελάχιστα κατάφεραν να σας «παγιδεύσουν» στις γραμμές του κειμένου. Για ένα τέτοιο βιβλίο μιλάει αυτή η ανάρτηση, γραμμένο από έναν συγγραφέα, ο οποίος δυστυχώς έφυγε νωρίς, χωρίς να προλάβει να μας χαρίσει και άλλα διαμάντια όπως κι αυτό.

Η έκδοση είναι πάρα πολύ καλή, τυπική των εκδόσεων Πόλις, ενός εκδοτικού οίκου, που μας έχει χαρίσει πολύ όμορφες και ποιοτικές δουλειές. Κείμενο ευανάγνωστο. Εγώ έχω τη δεύτερη έκδοση του βιβλίου, το οποίο είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά το 2003. Σύμφωνα με το συγγραφέα, το έργο γράφτηκε μεταξύ 1997 και 2002 και ο τίτλος είναι παραφθορά στίχου του Καρυωτάκη («Έχω κάτι σπασμένα φτερά», από το ποίημα «Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα»). Το βιβλίο είχε πάρει το βραβείο μυθιστορήματος του περιοδικού «Διαβάζω» για το 2004 και υπάρχει και κόκκινη ταινία στο εξώφυλλο, που το αναφέρει, σαν κουβερτούρα, την οποία έβγαλα για να σκανάρω το εξώφυλλο. Πάρα πολύ καλή δουλειά στο σύνολό της.

Το μυθιστόρημα κινείται γύρω από τη ζωή μιας οικογένειας, 3 γενιές ουσιαστικά. Η διήγηση γίνεται μέσα από τις αφηγήσεις 5 γυναικών και υλικό από εφημερίδες, ημερολόγια κα. Χρονικά κινούμαστε από την εποχή του Μεσοπολέμου έως τις σύγχρονες ημέρες. Η Θεσσαλονίκη είναι το κύριο πεδίο δράσης του έργου, αλλά όχι το μοναδικό. Αξίζει εδώ να σημειώσω το θαυμασμό μου για την αριστοτεχνική διάπλαση 5 θηλυκών χαρακτήρων από τον Χατζητάτση, πέντε προσώπων τραγικών και βγαλμένων μέσα από έργα της αρχαιότητας ίσως, εγκλωβισμένων σε λάθη προσωπικά και οικογενειακά, έχοντας ως αντιπάλους όχι μόνο αυτά τα λάθη όμως, αλλά και την ιστορική πορεία της χώρας και της Θεσσαλονίκης πιο συγκεκριμένα. Τα γεγονότα και οι εξελίξεις δεν συμβαίνουν απλά γύρω από τους πρωταγωνιστές του έργου, αλλά παίζουν καταλυτικό χαρακτήρα στη διαμόρφωση των χαρακτήρων τους.

Η Αμαλία Θωμά είναι η νεώτερη και ίσως μαζί με τη μητέρα της Ελένη και τη θεία Αμαλία (θεία του πατέρα της Αμαλίας Θωμά) είναι τα κυριότερα πρόσωπα του έργου. Η επιστροφή της στο πατρικό της μετά από έναν αποτυχημένο έρωτα θα ξεκινήσει το έργο. Οι αφηγήσεις των 5 γυναικών (οι άλλες δύο είναι η Ελισάβετ, υπηρέτρια της θείας Αμαλίας και η Μαρία, η μητέρα του πατέρα της Αμαλίας Θωμά) είναι εξαιρετικά δοσμένες, με γλώσσα, που ρέει, εντάσεις και ανατροπές. Θα μπορούσαμε να μιλάμε για επιμέρους διηγήματα, τα οποία όμως ο Χατζητάτσης τα κεντάει και τα δένει με δεξιοτεχνία μεγάλου λογοτέχνη για να μας δώσει ένα μυθιστόρημα μοναδικό, κατ’εμέ, στο είδος του. Δεν υπάρχει καλός και κακός στο έργο, σωστό και άδικο. Ίσως ο αναγνώστης να δεθεί περισσότερο με κάποια πρόσωπα, αλλά καταλήγουν όλα να είναι θύματα των εποχών, που έζησαν και κουβαλάνε τις αμαρτίες όχι μόνο των δικών τους λαθών, αλλά και των γύρω τους. Βαθιά ερωτικό επίσης το βιβλίο, με τις προδοσίες και τον πόνο του έρωτα να παίζουν καθοριστικό ρόλο επίσης.

Ο Χατζητάτσης θα μπορούσε να τοποθετήσει το έργο του σε διαφορετική πόλη, όμως χρησιμοποιεί την τοπική ιστορία σε πολλά σημεία του έργου, ενώ γίνονται συνεχείς αναφορές σε σημεία και τοποθεσίες της Θεσσαλονίκης.

Προσωπικά βρήκα το βιβλίο εξαιρετικό, ένα λογοτεχνικό αριστούργημα, που νομίζω δεν έχει εκτιμηθεί όσο έπρεπε. Το βιβλίο αυτό ακολούθησε τις σειρές διηγημάτων του Χατζητάτση (μπορείτε να τις δείτε εδώ και εδώ) και η γραφή εδώ έχει ωριμάσει με αποτέλεσμα να έχουμε ένα πεζογραφικό στολίδι. Ίσως να γίνομαι υπερβολικός και το γεγονός ότι δεν έχω σπουδές φιλοσοφίας να μην μου επιτρέπουν να δω αντικειμενικά το βιβλίο, αλλά από τη σκοπιά του αναγνώστη μπορώ με σιγουριά να πω ότι το απόλαυσα όσο λίγα βιβλία τα τελευταία χρόνια. Οπωσδήποτε να το διαβάσετε.

 

1 σχόλιο

Filed under Συγγραφείς, ΧΑΤΖΗΤΑΤΣΗΣ, Τάσος

Έρωτας, φοιτητική και πολιτική ζωή στη Θεσσαλονίκη του 1963-1964

001

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Έργα και ημέρες του φοιτητή Αλέξη Τραυλού

Συγγραφέας: Ντίνος Οικονόμου

Έκδοση: Καστανιώτης (2017)

ISBN: 978-960-03-6283-1

Τιμή: Περίπου €16

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Η δεκαετία του 1960 είχε πολλά και σημαντικά γεγονότα για τη Θεσσαλονίκη. Γεγονότα, τα οποία επηρέασαν σε πολύ μεγάλο βαθμό και τις πολιτικές εξελίξεις γενικότερα στην Ελλάδα. Από τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη το 1963, τις διάφορες παρακρατικές οργανώσεις και τη δράση τους, την υπόθεση Παγκρατίση κα. Το βιβλίο της σημερινής ανάρτησης δεν είναι ιστορικό, αλλά μπλέκει το μυθιστορηματικό λόγο με αληθινά στοιχεία της εποχής.

Η έκδοση είναι απλή χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο. Συμπαθητικό εξώφυλλο, αν και προσωπικά μόλις το κοίταξα θεώρησα πως χρονικά το βιβλίο θα κινείται πιο παλιά από το 1963-1964. Ευανάγνωστο κείμενο, από τις κλασσικές εκδόσεις του Καστανιώτη. Στο κάτω μέρος κάποιων σελίδων υπάρχουν σημειώσεις.

Πρωταγωνιστής του έργου, όπως φαίνεται και από τον τίτλο, ο Αλέξης Τραυλός, τεταρτοετής φοιτητής Ιατρικής. Μπλεγμένος στα συνδικαλιστικά του Πανεπιστημίου ως αρχηγικό μέλος της νεολαίας της Ένωσης Κέντρου και ζώντας σε μια εποχή με έντονα πολιτικά πάθη και φανατισμό, λίγους μόλις μήνες μετά τη δολοφονία Λαμπράκη στη Θεσσαλονίκη, ο Τραυλός πιστεύει πως οι εξελίξεις στο μέλλον θα αλλάξουν τα πράγματα προς το καλύτερο, τόσο στο πανεπιστήμιο, όσο και γενικότερα στην κοινωνία, καθώς έρχονται εκλογές και η Ένωση Κέντρου φαίνεται να τις κερδίζει εύκολα. Καθώς όμως ανεβαίνει στην ιεραρχία του κόμματος και έρχεται σε επικοινωνία με τους υψηλά ιστάμενους, καταλαβαίνει πως ο ιδεαλισμός του δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα και η απογοήτευση θα τον οδηγήσει στην ανάγκη εύρεσης μιας διεξόδου. Μέσα σε αυτό το κλίμα θα γνωρίσει και τον έρωτα με τη Ραλλού, μια κοπέλα φαινομενικά τόσο διαφορετική από αυτόν, αλλά ο ένας συμπληρώνει τον άλλον. Υπάρχουν πάρα πολλές αναφορές σε ιστορικά πρόσωπα και η πλοκή ακολουθεί τη ροή των γεγονότων.

Ο Οικονόμου έχει στο μυθιστόρημά του πάρα πολλούς διαλόγους, σε σημείο να νομίζει κάποιος ότι μπορεί να ήθελε να γράψει σενάριο για ταινία. Και αυτό θα μπορούσε να γίνει, καθώς το κείμενο και η ροή του είναι κινηματογραφική. Ρεαλιστικές συζητήσεις μεταξύ των πρωταγωνιστών και των «κομπάρσων» του βιβλίου, έξυπνες ατάκες σε πολλά σημεία και χαρακτήρες, που δομούνται με σωστό τρόπο.

Αναφέρει ο συγγραφέας ότι η ιστορία είναι διανθισμένη με βιογραφικά στοιχεία. Πιστεύω πως ο Γιάννης, ένας ήρωας του βιβλίου, ο οποίος δεν φαίνεται να έχει ιδιαίτερη σχέση με την υπόλοιπη πλοκή του έργου, ίσως είναι ο συγγραφέας, αλλά αυτό θα το μάθουμε μόνο από τον ίδιο τον Οικονόμου.

Η Θεσσαλονίκη είναι ο τόπος, που διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου. Κυρίως το κέντρο της με πάρα πολλές αναφορές σε μαγαζιά και στέκια της νεολαίας εκείνης της εποχής. Ο Τραυλός μένει κάπου στην Άνω Πόλη, στην περιοχή Μουριές, η οποία δεν γνωρίζω πού μπορεί να είναι. Μεταφέρεται νομίζω με σωστό τρόπο το κλίμα της εποχής, με τα επεισόδια μεταξύ των νεολαίων, τον φόβο, αλλά και την προσδοκία του κόσμου για μια αλλαγή.

Για τον αναγνώστη, που θα ήθελε να διαβάσει και άλλα βιβλία, που διαδραματίζονται σε εκείνη την εποχή, θα του πρότεινα το «Ζ» του Βασιλικού, το «Ο γύρος του θανάτου» του Κοροβίνη και το «Πολύ βούτυρο στο τομάρι του σκύλου» του Σκαμπαρδώνη.

Προσωπικά το βιβλίο μου άρεσε και το διάβασα ευχάριστα. Θα το πρότεινα σίγουρα σε άτομα, τα οποία πέρασαν τη φοιτητική τους ζωή στη Θεσσαλονίκη εκείνη την περίοδο, λίγο πριν ή λίγο μετά.

 

Σχολιάστε

Filed under ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Ντίνος, Συγγραφείς

Εθνικός Διχασμός και Κρίση σε ένα σύγχρονο μυθιστόρημα στη Θεσσαλονίκη του χθες και του σήμερα

img044

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Στο τέλος νικάω εγώ

Συγγραφέας: Σοφία Νικολαΐδου

Έκδοση: Μεταίχμιο (2017)

ISBN: 978-618-03-1236-2

Τιμή: Περίπου €15

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Ένας περίπου μήνας μας χωρίζει από τα Χριστούγεννα και μπαίνουμε στην περίοδο, που οι εκδοτικοί οίκοι θα μας χαρίσουν πολλές νέες κυκλοφορίες. Μία τέτοια είναι και το βιβλίο της σημερινής ανάρτησης. Πρόκειται για το τελευταίο έργο της Σοφίας Νικολαΐδου, εκπροσώπου της νεότερης γενιάς λογοτεχνών της Θεσσαλονίκης.

Η έκδοση είναι απλή, χωρίς κάτι το ιδιαίτερο. Μου άρεσε το πορτοκαλί χρώμα στο εξώφυλλο, καθώς και το γεγονός ότι στο πρόσθιο αυτί του βιβλίου η συγγραφέας επέλεξε μια φωτογραφία, όπου χαμογελάει. Χρησιμοποιήθηκε χαρτί Chamois των 100gr. Ευανάγνωστο κείμενο, ύλη ταξινομημένη σωστά, ώστε η ανάγνωση του μυθιστορήματος να μην κουράζει τον αναγνώστη. Το Μεταίχμιο έχει βγάλει αρκετά βιβλία σε αυτό το στιλ, που για λογοτεχνικό κείμενο και δη σύγχρονο μου φαίνεται όμορφο.

Την Νικολαΐδου στη Vivlioniki τη γνωρίσαμε μέσα από δύο άλλα της έργα, το «Απόψε δεν έχουμε φίλους«, που είχε κυκλοφορήσει το 2010 και το «Χορεύουν οι ελέφαντες«, που είχε κυκλοφορήσει το 2012. Υπήρχαν πρωταγωνιστές κοινοί και στα δύο βιβλία, οι οποίοι εμφανίζονται ξανά στο βιβλίο της σημερινής ανάρτησης. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι η συγγραφέας θέλει να κάνει μια τριλογία (εκτός κι αν υπάρξει και συνέχεια) και ακολουθεί την τακτική, που έχουν κυρίως οι συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων, όπου κρατάνε τον πρωταγωνιστή τον ίδιο και αλλάζουν την ιστορία και την υπόθεση.

Στα προηγούμενα βιβλία, που είδαμε στη Vivlioniki, η Νικολαΐδου εξέταζε κάποιες ιστορικές περιόδους της Θεσσαλονίκης, οι οποίες άφησαν τα σημάδια τους στην πόλη, μέσα από σημαντικά γεγονότα. Στους «Φίλους» έγραφε για το δωσιλογισμό της Κατοχής, στους «Ελέφαντες» έπιασε το θέμα της δολοφονίας του Πολκ. Αλλά δεν μπορεί κάποιος να πει ότι έγραφε ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά χρησιμοποίησε τα γεγονότα αυτά για να γράψει το μυθιστόρημά της. Επίσης τόσο στους «Φίλους», όσο και στους «Ελέφαντες» ο χρόνος της ιστορίας ήταν το σήμερα και το χθες, δύο ιστορίες παράλληλες ουσιαστικά, που τέμνονταν σε κάποια σημεία. Το ίδιο ακολούθησε και στο τελευταίο της έργο.

Το «Στο τέλος νικάω εγώ» μας ταξιδεύει χρονικά στο σήμερα, την εποχή της Κρίσης και στο χθες, στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του 1910 και πιο συγκεκριμένα από το 1912 έως το 1917. Μια παρέα νέων παιδιών, που μόλις τελείωσαν τις σπουδές τους, βρίσκεται στο μεγάλο δίλημμα για το πώς θα συνεχίσουν τις ζωές τους. Η Κρίση έχει επηρεάσει τις ζωές τους, αλλά και των γονιών τους. Πιο συγκεκριμένα βρισκόμαστε στο 2015, χρονιά με μεγάλες δυσκολίες για τη χώρα γενικά. Ένα πρόγραμμα σχετικά με τη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου θα τους φέρει κοντά, την Κορίνα, τον Μηνά, την Εβελίνα και τον Νίκο. Όλους τους είχαμε δει στα προαναφερθέντα έργα της Νικολαΐδου, όπως εκεί είχαμε δει και τον Μαρίνο Σουκιούρογλου, έναν φιλόλογο, του οποίου τη ζωή παρακολουθούμε στα έργα της Νικολαΐδου από τα φοιτητικά του χρόνια έως σήμερα, που είναι πλέον στα 50 του χρόνια. Η συγγραφέας κάνει αναφορές για την Κρίση και το πώς αυτή επιβλήθηκε στη ζωή των ανθρώπων, στην αβεβαιότητα των νέων για το μέλλον, ενώ και εδώ ασχολείται με το χώρο του Πανεπιστημίου και τη βρομιά, που αυτό κρύβει, με τις άδικες κρίσεις προσωπικού, την κατασπατάληση πόρων, την δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία του χώρου. Οι σχέσεις γονέων και παιδιών επίσης αποτελεί θέμα του βιβλίου, με τις εκρήξεις, τις διαφωνίες, το «generation gap» (που λέγαμε και στο χωριό μου).

Πέρα όμως από το σήμερα, υπάρχει μια ιστορία, που διαδραματίζεται στο χθες, σε μια Θεσσαλονίκη, που τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση και έως τη Μεγάλη Πυρκαγιά του 1917, προσπαθεί να βρει νέα ταυτότητα, έχοντας να βιώσει τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο, την έλευση των στρατευμάτων της Αντάντ για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την καταστροφή της πόλης του 1917. Πρωταγωνιστές εδώ είναι πολλοί, ο Γιωργάκης (ζαχαροπλάστης και διάσημος για τις κρέμες του), ο Αναστάσης (ιδιοκτήτης καμπαρέ), η Παρί (από το Παρυσάτιδα, δουλεύει στο καμπαρέ του Αναστάση), ο Ντελαρισύ (Γάλλος γιατρός), ο Μαθιός Φαρούζος (Παλαιοελλαδίτης απότακτος χωροφύλακας), ο Ξενοφών (Κρητικός χωροφύλακας) και άλλοι. Η Θεσσαλονίκη λίγο μετά την απελευθέρωσή της δεν προλαβαίνει να ησυχάσει και έχει να αντιμετωπίσει τον Εθνικό Διχασμό, του οποίου ήταν το επίκεντρο, καθώς εδώ σχηματίστηκε η Προσωρινή Κυβέρνηση του Βενιζέλου με το Κίνημα της Εθνικής Αμύνης. Πέρα από αυτό όμως η Νικολαΐδου μεταφέρει και τον τρόπο, που οι Παλαιοελλαδίτες αντιμετώπιζαν τη Θεσσαλονίκη και τη Νέα Ελλάδα γενικότερα, αντιμετώπιση, που στο πέρασμα των χρόνων σίγουρα έχει αλλάξει, αλλά δεν έχει εξαλειφθεί. Η Νικολαΐδου δεν έχει σκοπό να παρουσιάσει τη Θεσσαλονίκη εκείνης της εποχής όπως πραγματικά ήταν, αφού από το κείμενο λείπουν σχεδόν εντελώς οι Εβραίοι και Οθωμανοί Θεσσαλονικείς.

Η συγγραφέας χρησιμοποιεί διαφορετικό τρόπο γραφής περιγράφοντας το σήμερα και το χθες, με το σήμερα να είναι πιο μοντέρνα η γραφή και το χθες να περιγράφεται με πιο κλασσικό αφηγηματικό τρόπο. Ενδιαφέρον το τέλος του βιβλίου, αν και δεν είναι το πιο δυνατό του κομμάτι. Οι χαρακτήρες της για όσους έχουν διαβάσει τους «Φίλους» και τους «Ελέφαντες» είναι πάνω κάτω γνωστοί και δεν μπαίνει στη διαδικασία να τους χτίσει από την αρχή, οπότε για κάποιον, που δεν έχει διαβάσει τα προηγούμενα έργα αυτό να φαίνεται για μειονέκτημα. Νομίζω πως θα μπορούσε να ανήκει και στα βιβλία για έφηβους.

Προσωπικά το βιβλίο μου άρεσε. Και εδώ, όπως και στους «Ελέφαντες» η Νικολαΐδου καταπιάνεται νομίζω με πολλά ζητήματα και θα προτιμούσα να αναπτυχθεί περισσότερο το χθες στο βιβλίο, αλλά αυτό είναι υποκειμενική κρίση. Το διάβασα πάντως ευχάριστα και ξεκούραστα, ίσως επειδή είχα γνώση των προηγούμενων έργων της. Θα το συνιστούσα για κάποιον, που είναι μεταξύ 16 και 22 ετών (αυθαίρετα τα όρια).

 

Σχολιάστε

Filed under ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ, Σοφία, Συγγραφείς

Στρατιωτικές αναμνήσεις του Γιάννη Ατζακά

img029

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Κάτω από τις οπλές

Συγγραφέας: Γιάννης Ατζακάς

Έκδοση: Άγρα (2010)

ISBN: 978-960-325-890-2

Τιμή: Περίπου €13

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Πριν από λίγο καιρό είχα τη χαρά να παρουσιάσω στη Vivlioniki το τελευταίο έργο του Γιάννη Ατζακά, μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Λίγη φλόγα, πολλή στάχτη«. Το βιβλίο της σημερινής ανάρτησης είναι ένα μυθιστόρημα από τον εξαιρετικό συγγραφέα, το οποίο μας μεταφέρει χρονικά στην περίοδο λίγο πριν και λίγο μετά την εγκαθίδρυση της Δικτατορίας του 1967 στην Ελλάδα.

Η έκδοση είναι άριστη, τυπική της ποιότητας, που δίνει στα βιβλία του ο εκδοτικός οίκος Άγρα. Χαρτί Palatina ευρωπαϊκό των 100gr, ευανάγνωστο κείμενο, γυρνάς τις σελίδες και δεν νιώθεις να σου μένει το μελάνι στα δάχτυλα. Λιτό και όμορφο εξώφυλλο, αρχοντική δουλειά στο σύνολό της, αρμόζει και στην ποιότητα του έργου.

Λίγους μήνες μετά την Μεταπολίτευση συναντιούνται δύο φίλοι από τον στρατό, ο Χάρης Φωτίου (ηθοποιός) και ο Άλκης Πολίτης (φιλόλογος), σε μια ταβέρνα στην Ευαγγελίστρια και θυμούνται κάποια πράγματα από τα όσα έζησαν. Αυτό αποτελεί αφορμή ουσιαστικά για να επαναφέρει ο Φωτίου στο μυαλό του μνήμες από την περίοδο εκείνη, που γνώρισε τον Άλκη στο 2ο Τάγμα Ορεινών Μεταφορών (ΤΟΜ) Κολινδρού. Οι μνήμες όμως θα εμπλουτιστούν και από κάποια κείμενα, που άφησε στον Φωτίου ο Πολίτης, από ένα προσωπικό του ημερολόγιο. Αυτά αποτελούν το υλικό, από το οποίο θα γραφτεί η ιστορία του βιβλίου, η οποία είναι πολύ παραπάνω από την ιστορία δύο φαντάρων.

Χρονικά κινούμαστε λίγο πριν και λίγο μετά το Πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Το «πριν» είναι από τις αναμνήσεις του Πολίτη στο 565 Τάγμα Πεζικού του Λαγκαδά. Αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο το 565, όσο και το ΤΟΜ Κολινδρού ήταν στρατόπεδα για τους «ανεπιθύμητους» εκείνης της εποχής, είτε για τα Αριστερά τους φρονήματα, είτε για άλλους λόγους (πχ στον Κολινδρό έστελναν τους μουσουλμάνους της Θράκης). Το κλίμα τρομοκρατίας, που επικρατούσε σε αυτές τις μονάδες, αλλά και γενικότερα στην κοινωνία για μέρος του πληθυσμού αποτυπώνονται με ρεαλιστικό, αλλά συνάμα και γλαφυρό τρόπο (όσο μπορεί μια τέτοια αφήγηση να έχει «γλαφυρά» στοιχεία).

Αν και το επίκεντρο των γεγονότων είναι ο Κολινδρός, υπάρχουν στο βιβλίο σημαντικά στοιχεία για την ιστορία της Θεσσαλονίκης και πιο συγκεκριμένα για το πώς αντίκρισε η πόλη το ξημέρωμα της Δικτατορικής επιβολής, όταν και ο Πολίτης διηγείται στον Φωτίου την είσοδο του στρατού στην πόλη και την φύλαξη της περιοχής γύρω από το Νέο Σιδηροδρομικό Σταθμό (αυτόν τον τομέα είχε αναλάβει η μονάδα του στον Λαγκαδά). Ο Πολίτης λατρεύει τη Θεσσαλονίκη, την αποκαλεί δε στο βιβλίο «μοιραία πόλη της ζωής μου», όχι μόνο γιατί εδώ σπούδασε και γιατί εδώ αναγκάστηκε να βρεθεί στις 21 Απρίλη του 1967, αλλά και γιατί με τη Θεσσαλονίκη είχε τον μεγάλο ανολοκλήρωτο έρωτά του, ο οποίος επίσης δεν συνεχίστηκε εξαιτίας των πολιτικών του πιστεύω. Σε πολλές στιγμές του δε στον Κολινδρό, η θέα της νυχτερινής Θεσσαλονίκης από μακρυά τον συντρόφευε.

Το βιβλίο έχει εξαιρετική γραφή. Ο Ατζακάς μαεστρικά διηγείται μια ιστορία και καταφέρνει να μπλέκει με επιτυχία διαφορετικά είδη γραφής, σε κάποια σημεία αφηγείται, σε κάποια άλλα παρεμβάλει θεατρικούς διαλόγους, αλλού χρησιμοποιεί τις σημειώσεις του Πολίτη. Ρεαλιστικό ύφος, το οποίο διανθίζεται από συζητήσεις γύρω από την πολιτική, τον έρωτα και την ιστορία κα, χωρίς αυτές όμως οι συζητήσεις να μοιάζουν έξω από την πλοκή του βιβλίου. Οι χαρακτήρες έχουν χτιστεί με ιδιαίτερη προσοχή και με τρόπο, που ένας σκηνοθέτης ή ένας σεναριογράφος θα μπορούσε πάρα πολύ εύκολα να φτιάξει ταινία με το βιβλίο, καθώς ακόμη και τα σκηνικά, που περιγράφονται είναι πλήρη και ζωντανά. Ο Ατζακάς καταφέρνει να μεταφέρει τον αναγνώστη στην περίοδο αυτή (1967-1968), πράγμα επίσης δύσκολο για έναν λογοτέχνη, που αντικείμενό του είναι μια άλλη περίοδος χρονική από τη σημερινή. Υπάρχει επίσης σε κάποια σημεία και πολύ έξυπνο χιούμορ προσδίδοντας την κωμικοτραγική λογική, που επικρατούσε την περίοδο αυτή.

Δεν γνωρίζω πόσο αυτοβιογραφικά είναι τα όσα περιέχονται στο βιβλίο, ηλικιακά πάντως ο Ατζακάς θα μπορούσε να χωράει στο βιβλίο. Επίσης δεν γνωρίζω αν θα μπορούσε να είναι ο Φωτίου ή ο Πολίτης, καθώς ναι μεν ο Φωτίου μοιάζει να γράφει την ιστορία, αλλά ο Πολίτης είναι από ένα νησί και ο Ατζακάς έχει καταγωγή από τη Θάσο. Επίσης σε κάποιο σημείο αναφέρεται σε κάποιον συγγενή, του Πολίτη, που είναι στη Βάρνα και στη συλλογή διηγημάτων «Λίγη φλόγα, πολλή στάχτη», στο πρώτο διήγημα, το οποίο είναι αυτοβιογραφικό επίσης αναφέρεται μια συνάντηση του συγγραφέα με τον πατέρα του, ο οποίος ζει στη Βάρνα.

Το βιβλίο, όπως έγραψα και παραπάνω, είναι πολύ περισσότερο από μια αφήγηση στρατιωτικών εμπειριών. Είναι η περιγραφή ενός κόσμου, ο οποίος σήμερα ευτυχώς δεν υπάρχει και οι νεότεροι δεν μπορούμε να φανταστούμε καν ότι υπήρξε. Πολιτική, έρωτας, ιστορία δίνονται στο μυθιστόρημα αυτό με τρόπο μοναδικό, που καθιέρωσαν τον Ατζακά ως έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας. Διαβάζεται «απνευστί», όπως μας έμαθαν να λέμε και σας συμβουλεύω να το απολαύσετε κι εσείς.

 

Σχολιάστε

Filed under ΑΤΖΑΚΑΣ, Γιάννης, Συγγραφείς

Ένα μυθιστόρημα για τους μικροαστούς Θεσσαλονικείς

img026

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Το χαμόγελο του Άβελ

Συγγραφέας: Σίμος Οικονομίδης

Έκδοση: Πλώρη (2005)

ISBN: 960-89009-0-5

Τιμή: Περίπου €12

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τα περισσότερα μυθιστορήματα συνηθίζουν να έχουν για πρωταγωνιστές ηρωικές μορφές ή η δράση τους χρονικά συμπίπτει με μεγάλες ιστορικές στιγμές. Ο απλός, καθημερινός άνθρωπος, που δεν γράφει ιστορία, ούτε συμμετέχει σε αυτήν, αλλά κινείται σχεδόν παράλληλά της, είτε δεν υπάρχει στα κείμενα, είτε αποτελεί κομπάρσο. Το σημερινό μυθιστόρημα περιγράφει τη ζωή και το βίο των κομπάρσων αυτών, που πολλές φορές τους αποκαλούμε «μικροαστούς», προσδίδοντας και ταξικά χαρακτηριστικά.

Η έκδοση είναι απλή και λιτή χωρίς κάτι το ιδιαίτερο. Κείμενο ευανάγνωστο, το εξώφυλλο δεν μου άρεσε.

Αν και υπάρχουν αναφορές σε πάρα πολλά πρόσωπα, η κύρια πρωταγωνίστρια του έργου είναι η Ισμήνη, μια κοπέλα, που γεννήθηκε μέσα στην Κατοχή σε ένα χωριό κοντά στη Βέροια, αλλά βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη και πιο συγκεκριμένα στην Καλαμαριά για να σπουδάσει στο εξατάξιο Γυμνάσιο. Ξεκινώντας από το 1961 ακολουθούμε τη ζωή της μαζί με κάποιων άλλων ανθρώπων, συγγενών οι περισσότεροι και φτάνουμε έως τις μέρες μας. Οι εποχές αλλάζουνε, οι αγωνίες των ανθρώπων για ένα καλύτερο αύριο παρουσιάζονται στο κείμενο, οι καβγάδες και οι εντάσεις μεταξύ των οικογενειών και τα όνειρα των νέων, τα οποία μεταβάλλονται καθώς γκριζάρουν τα μαλλιά και ρυτιδιάζει το πρόσωπο. Ίσως θα μπορούσε κάποιος να πει ότι η υπόθεση ξεκινάει με την έλευση των προσφύγων και τις δυσκολίες, που αυτοί αντιμετώπισαν, καθώς οι περισσότεροι ήρωες του βιβλίου έχουν προσφυγική καταγωγή.

Η Θεσσαλονίκη είναι ο χώρος, που εξελίσσεται το μεγαλύτερο κομμάτι της ιστορίας, ο τόπος, που η Ισμήνη προσπαθεί να χτίσει το μέλλον το δικό της πρώτα και μετά και της οικογένειάς της. Δεν είναι πρωταγωνίστρια η πόλη, ούτε τα βασικά ιστορικά γεγονότα, που συνέβησαν εδώ φαίνεται να επηρεάζουν την εξέλιξη. Κύριο θέμα είναι πάντα η ζωή των ανθρώπων μακρυά από την ιστορική πορεία.

Οι χαρακτήρες αναπτύσσονται συμπαθητικά, κάποιοι δομούνται από τον συγγραφέα με όμορφο τρόπο (Ισμήνη, γιαγιά Αμαλία, γιαγιά Ιωάννα). Ενώ φαίνεται πως η διήγηση είναι προσεγμένη και δουλεμένη, μου φαίνεται πως μένει ανολοκλήρωτη. Περιμένεις με κάποιο τρόπο να ξεφύγει από την καθημερινότητα και τη ρουτίνα κάποιος από τους ήρωες, αλλά αυτοί μένουν προσκολλημένοι σε αυτήν. Περιγράφονται πολλά γεγονότα μεν, τα οποία όμως δεν φαίνονται να φτάνουν σε μια κορύφωση και λείπει το δραματικό στοιχείο. Επίσης υπάρχουν πάρα πολλοί χαρακτήρες, όπως είπαμε οι περισσότεροι συγγενείς, που για να ακολουθήσει την πλοκή ο αναγνώστης καλό θα είναι να προστρέχει συχνά στο γενεαλογικό δέντρο, που έχει φτιάξει ο συγγραφέας στην αρχή του βιβλίου.

Το βιβλίο αυτό είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Οικονομίδη. Δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε, αλλά μου άφησε μια αισιόδοξη νότα, καθώς σε πάρα πολλά σημεία του βιβλίου φαίνεται ότι ο συγγραφέας ξέρει να αφηγείται, χωρίς να κουράζει. Ίσως η υπόθεση, που διάλεξε να μην τον βοηθάει.

Σχολιάστε

Filed under ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ, Σίμος, Συγγραφείς

Ένα μυθιστόρημα για τον Μεσοπόλεμο και για την Κατοχή στη Θεσσαλονίκη

img023

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Η νύχτα που πέρασε

Συγγραφέας: Διονύσιος Κωστίδης

Έκδοση: Πιτσιλός (1988)

ISBN: –

Τιμή: –

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Η ιστορία της Θεσσαλονίκης στη διάρκεια του Μεσοπολέμου και της Κατοχής έχει εμπνεύσει πάρα πολλούς συγγραφείς. Ήταν τέτοια τα γεγονότα, δυστυχώς τα περισσότερα αρνητικά, που δεν θα μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητα από την πένα των πεζογράφων και των ποιητών. Το βιβλίο της σημερινής ανάρτησης αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα.

Η έκδοση είναι απλή και λιτή. Χωρίς τίποτα ιδιαίτερο το εξώφυλλο (οι λεκέδες δεν ανήκουν στο πρωτότυπο, αλλά δεν βρήκα καλύτερο αντίτυπο στο παλαιοβιβλιοπωλείο), το κείμενο είναι ευανάγνωστο. Αυτό είναι το πρώτο βιβλίο των εκδόσεων Πιτσιλός, που βλέπουμε στη Vivlioniki, αλλά και το πρώτο έργο του Διονύσιου Κωστίδη.

Το μυθιστόρημα αυτό ξεκινάει χρονικά από το Μεσοπόλεμο, στις αρχές της δεκαετίας του 1930 και εκτείνεται έως το 1945, λίγο μετά το τέλος της ΕΑΜοκρατίας στη Θεσσαλονίκη. Πρωταγωνιστής κύριος ο Ντίμης (από το Δημήτρης), ένα αγόρι, που μεγαλώνει κάπου στη Δημητρίου Πολιορκητού στην Άνω Πόλη. Μεγαλώνει μαζί με τον πατέρα του και τη μητριά του χωρίς να αισθάνεται καλοδεχούμενος στο σπίτι του. Ευαίσθητος, ντροπαλός και συνεσταλμένος αντιμετωπίζει την εφηβεία με δυσκολία, καθώς πέρα από τις κρίσεις στην οικογένειά του, υπάρχουν προβλήματα στις σχέσεις του με τους φίλους του αλλά και στα ερωτικά του. Μέσα στην περίοδο των πολιτικών αλλαγών βρίσκεται μπλεγμένος και με τους εθνικιστές των ΕΕΕ, αλλά και με τους κομμουνιστές, χωρίς να είναι σίγουρος για τίποτα όμως. Στην περίοδο της Κατοχής θα πιαστεί αιχμάλωτος και θα σταλεί για καταναγκαστική εργασία στη Γερμανία, αλλά θα ελευθερωθεί από Γιουγκοσλάβους αντάρτες και τελικά θα βρεθεί πίσω στην Ελλάδα. Παράλληλα με την ιστορία τη δική του υπάρχουν και κάποιες άλλες, όπως για παράδειγμα της Θάλειας, μιας γειτόνισσας του Ντίμη, της Ιωάννας, κόρης της Θάλειας, που ερωτεύεται έναν κομμουνιστή αντάρτη, του Ντίνου, γείτονα και φίλου του Ντίμη, που θα μπλεχτεί με την ΕΕΕ και τα Τάγματα Ασφαλείας κα. Παράλληλα με όλα αυτά υπάρχει και ο αγνός και ανεκπλήρωτος έρωτας του Ντίμη για την Ηλέκτρα, την αδελφή του Ντίνου.

Η υπόθεση εξελίσσεται σε μικρά κεφάλαια, που κάνουν την ανάγνωση ιδιαίτερα εύκολη. Αυτό ίσως είναι και ένα από τα ελάχιστα θετικά του βιβλίου, καθώς η συνολική μου εντύπωση για αυτό είναι μάλλον αρνητική. Ο Κωστίδης έχει μια βασική ιδέα στο μυαλό του, αλλά δεν καταφέρνει να την αναπτύξει όπως θα έπρεπε. Οι χαρακτήρες του μοιάζουν μισοί, δεν έχουν δομηθεί σωστά και υπάρχουν πολλά κενά στην εξέλιξή τους. Ναι μεν μιλάμε για μυθιστόρημα, αλλά από τη στιγμή, που αυτό αποτελεί μέρος του ιστορικού χρόνου, θα έπρεπε να μην υπάρχουν τα κενά, που εμφανίζονται στο βιβλίο. Για μένα δεν γίνεται να γράφει κάποιος μυθιστόρημα για τη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου και να λείπει από αυτό ο Μάης του 1936 ή να μιλάει κάποιος για την Κατοχή και να μην αναφέρει ούτε κουβέντα για το Ολοκαύτωμα των Εβραίων της πόλης. Μου κάνει επίσης θλιβερή εντύπωση το χρονικό άλμα, που κάνει ο συγγραφέας όταν ο Ντίμης συλλαμβάνεται και τον πάνε στις φυλακές του στρατοπέδου «Παύλος Μελάς», όπου όλο το 1942 περνάει σε μια σειρά. Αποτυχημένη βρίσκω επίσης την προσπάθειά του να κρατήσει ίσες αποστάσεις μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς. Γενικά αν κάποιος οφείλει να βρίσκει μια ισορροπία μεταξύ μύθου και ιστορίας, πιστεύω ότι ο Κωστίδης την έχει χάσει.

Η Θεσσαλονίκη είναι πρωταγωνίστρια στο βιβλίο με πολλές αναφορές σε τοποθεσίες της πόλης, κυρίως δρόμους και περιοχές. Δεν γίνεται όμως αισθητή η παρουσία της, καθώς οι αναφορές σε τοπογραφικά στοιχεία δεν αρκούν για να δώσουν τη δυναμική της πόλης, αλλά ούτε και την ιστορία της.

Προσωπικά το βιβλίο δεν μου άρεσε. Ούτε σαν μυθιστόρημα, ούτε σαν ιστορία. Με τόσο υλικό, που έχει δώσει αυτή η πόλη στους συγγραφείς, θεωρώ ότι ο Κωστίδης δεν το εκμεταλλεύτηκε όπως θα έπρεπε. Θα μπορούσα να δεχτώ το να μπαίνει η ιστορία σε δεύτερο ρόλο αν το μυθιστόρημα ήταν κάτι το ξεχωριστό ή θα μπορούσα να διαβάσω το βιβλίο πιο ευχάριστα αν επέλεγε να μην τοποθετήσει τη δράση στην πόλη μας. Δεν θα συμβούλευα σε κάποιον να το διαβάσει, νομίζω το βιβλίο θα είχε ενδιαφέρον μόνο για κάποιον, που συλλέγει βιβλία για την πόλη μας.

 

Σχολιάστε

Filed under ΚΩΣΤΙΔΗΣ, Διονύσιος, Συγγραφείς

Κείμενα 13 σπουδαίων πεζογράφων για τη Θεσσαλονίκη

img008

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Η Θεσσαλονίκη των παλαιότερων συγγραφέων

Συγγραφέας: Συλλογικό έργο

Έκδοση: Ιανός (1998)

ISBN: 960-7771-18-4

Τιμή: Περίπου €20

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Το βιβλίο της σημερινής ανάρτησης είναι μια μικρή ανθολογία κειμένων για τη Θεσσαλονίκη από, όπως λέει και ο τίτλος, «παλαιότερους συγγραφείς». Ένα έργο, που σκοπό έχει να κάνει ο αναγνώστης μια πρώτη γνωριμία με κάποιους συγγραφείς και πιο συγκεκριμένα με τα επιλεγμένα κείμενά τους τα οποία αφορούν την πόλη μας.

Η έκδοση είναι απλή και λιτή. Το αντίτυπο, που έχω εγώ έχει και ένα μικρό αφιέρωμα στα Εκπαιδευτήρια Μαντουλίδη, τα οποία γίορταζαν την χρονιά κυκλοφορίας του βιβλίου τα 20 χρόνια τους. Δεν γνωρίζω αν ο Μαντουλίδης ήταν και χορηγός της έκδοσης, αλλά το ίδιο βιβλίο κυκλοφορεί με διαφορετικό εξώφυλλο και ISBN στα βιβλιοπωλεία και ίσως αυτό βρείτε πιο εύκολα. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχουν σύντομα βιογραφικά των συγγραφέων, αλλά και κάποιων ζωγράφων, των οποίων τα έργα κοσμούν το εσωτερικό του βιβλίου.

Δεν έχω κάτι να σχολιάσω για το πρώτο μέρος του βιβλίου, το οποίο μιλάει για τα Εκπαιδευτήρια Μαντουλίδη, φαντάζομαι κάποιος, που πήγε εκεί σχολείο ή δούλεψε στον Μαντουλίδη θα το βρει ενδιαφέρον. Το κύριο θέμα όμως του βιβλίου είναι τα κείμενα των 13 συγγραφέων, που επέλεξε ο Νίκος Καρατζάς. Οι συγγραφείς είναι οι Γιώργος Βαφόπουλος, Μίνως Λαγουδάκης, Γιώργος Ιωάννου, Στέλιος Ξεφλούδας, Τόλης Καζαντζής, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ανδρέας Καρκαβίτσας, Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Γιώργος Κιτσόπουλος, Κώστας Ταχτσής, Φώτης Κόντογλου, Στρατής Τσίρκας και Νίκος Τσιφόρος. Κάποιοι γεννημένοι στη Θεσσαλονίκη, κάποιοι έζησαν κομμάτι ή και ολόκληρη τη ζωή τους εδώ και κάποιοι άλλοι επισκέφτηκαν κάποια στιγμή την πόλη μας.

Ο Βαφόπουλος περιγράφει το πώς έζησε αυτός και η οικογένειά του τη Μεγάλη Πυρκαγιά του 1917. Ο Ιωάννου μας πάει μια βόλτα στην πλατεία του «Αγίου Βαρδαρίου» με απόσπασμα από το βιβλίο του «Το δικό μας αίμα«. Ο Καζαντζής μιλάει για την Αγία Σοφία, κείμενο από το βιβλίο του «Το τελευταίο καταφύγιο«. Ο Καρκαβίτσας γράφει για την επίσκεψή του στην Θεσσαλονίκη στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο εξαιρετικός και αδικημένος, κατά την άποψή μου, Κιτσόπουλος κάπου στην Άνω Πόλη παρατηρεί μια καθημερινή ιστορία. Ο Κόντογλου μιλάει για τη Βυζαντινή Θεσσαλονίκη. Ο Λαγουδάκης μας πάει στη Θεσσαλονίκη των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του 1920, με το απόσπασμά του από το βιβλίο «Ο κύριος Παρλεβού Φρανσαί και η κυρία Ιτσελόγκουε», ίσως το πρώτο ελληνικό λογοτεχνικό έργο, που μιλάει τόσο εκτενώς για τη Θεσσαλονίκη και την κοινωνία της. Ο Ξεφλούδας πρωτοπόρος της γενιάς του ’30 στη Θεσσαλονίκη και εκφραστής του εσωτερικού μονολόγου περιγράφει κομμάτι της ζωής του στην πόλη μας. Ο Παπαδιαμάντης στο διήγημά του «Ο Χαραμάδος» βλέπει το λιμάνι της Θεσσαλονίκης με τους Εβραίους εργάτες του στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο Πεντζίκης στον ύμνο του για τη Θεσσαλονίκη «Μητέρα Θεσσαλονίκη» ταξιδεύει χρονικά στο χθες της πόλης, όπως αυτό φαίνεται στη σημερινή της εικόνα. Ο Ταχτσής επισκέπτεται την πόλη, που τον γέννησε μετά από χρόνια απουσίας του. Ο Τσίρκας επιλέγει να τελειώσει την επική τριλογία του «Ακυβέρνητες Πολιτείες» στην πόλη μας. Ο Τσιφόρος, τέλος, μιλάει για την επιστροφή ενός μετανάστη στη Γερμανία και την απόφασή του να παραμείνει στη Θεσσαλονίκη, τον τόπο, που άφησε πριν από χρόνια και να ξεκινήσει στα 60 του από την αρχή τη ζωή του, σε ένα διήγημα από τη συλλογή του «Όμορφη Θεσσαλονίκη«.

Όπως είπαμε και νωρίτερα, εκτός από τα κείμενα υπάρχουν και πίνακες ζωγράφων με θέμα τη Θεσσαλονίκη. Μητράκας, Μπακογιώργος, Παπανάκος, Παπασπύρου, Παραλής, Μαυρομάτης οι πιο γνωστοί από αυτούς σε μένα.

Το βιβλίο μου άρεσε. Μια μικρή ανθολογία με έργα σπουδαίων συγγραφέων. Ειδικά το απόσπασμα από το βιβλίο του Λαγουδάκη είναι σημαντικότατο, καθώς το βιβλίο δεν υπάρχει και είναι εξαιρετικά σπάνιο και κανείς δεν φιλοτιμήθηκε να το επανακυκλοφορήσει.

Σχολιάστε

Filed under Συγγραφείς, ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΕΡΓΟ

Ένα μυθιστόρημα για τις Μαγεμένες ή αλλιώς «Las Incantadas»

img002

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Οι Μαγεμένες (Las Incantadas)

Συγγραφέας: Μαίρη Κόντζογλου

Έκδοση: Μεταίχμιο (2017)

ISBN: 978-618-03-0987-4

Τιμή: Περίπου €18

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τα περισσότερα ιστορικά μυθιστορήματα σχετικά με τη Θεσσαλονίκη κινούνται χρονικά στον 20ο αιώνα, ο οποίος υπήρξε γεμάτος με σπουδαία γεγονότα, τόσο για την ιστορία της πόλης, όσο και για της Ελλάδας και των Βαλκανίων γενικότερα. Το βιβλίο της σημερινής ανάρτησης είναι μεν ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά μας ταξιδεύει χρονικά στο 1864, σε μια Θεσσαλονίκη εντελώς διαφορετική από τη σημερινή, μια Θεσσαλονίκη, που θα αποχαιρετούσε ένα από τα ομορφότερα μνημεία της, που είχαν αντέξει σε σεισμούς, πυρκαγιές και λεηλασίες και τελικά χάθηκαν για χάρη του Γάλλου επιγραφολόγου Emmanuel Miller. Θέμα του βιβλίου, η αρπαγή των Μαγεμένων ή αλλιώς γνωστών ως «Las Incantadas».

Η έκδοση είναι απλή, χωρίς κάτι το ιδιαίτερο.Στο εξώφυλλο μια κοκκινομάλλα γυναίκα τρέχει μεταξύ κάποιων κιόνων (κοκκινομάλλα είναι μία από τις πρωταγωνίστριες του έργου). Στην αρχή του βιβλίου υπάρχει ένα εισαγωγικό σημείωμα της συγγραφέως, με ιστορικές πληροφορίες για το μνημείο, καθώς επίσης ένας χάρτης της Θεσσαλονίκης εκείνης της εποχής. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει μια σύντομη βιβλιογραφία, έργα, τα οποία βοήθησαν τη συγγραφέα να γράψει το μυθιστόρημα. Εντύπωση κάνει πως από τη βιβλιογραφία λείπει το σημαντικότερο ίσως ιστορικό βιβλίο, που έχει γραφτεί για τις Μαγεμένες, αυτό του Άρη Παπάζογλου. Πάνω από 500 σελίδες, μπαίνει και αυτό δικαιωματικά στην κατηγορία «βιβλία-τούβλα». Μεγάλο τιράζ για πρώτη έκδοση, στα 10000 αντίτυπα.

Όπως είπαμε και πριν, βρισκόμαστε στη Θεσσαλονίκη του 1864 κυρίως. Η πόλη ανήκει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και διάφοροι δυτικοί αρχαιολόγοι, ιστορικοί και ερευνητές την επισκέπτονται για να δούνε από κοντά τα μνημεία του παρελθόντος, να τα μελετήσουν και, ει δυνατόν, να αποσπάσουν κάποια από αυτά και να τα μεταφέρουν στις πατρίδες τους. Ελάχιστοι Θεσσαλονικείς εκείνη την εποχή γνωρίζουν την αξία των μνημείων ή την ιστορία τους. Σε αυτό το περιβάλλον μια ομάδα ανθρώπων, η οποία έχει απώτερο σκοπό την απελευθέρωση της πόλης και της Μακεδονίας γενικότερα και την προσάρτησή της στο Ελληνικό Κράτος, μαθαίνει για τις προθέσεις του Γάλλου Emmanuel Miller να πάρει στη Γαλλία τις Μαγεμένες. Οι κινήσεις τους και η προσπάθειά τους να αποτραπεί αυτό το γεγονός τελικά δεν θα ευοδώσουν.

Πρωταγωνιστές είναι ο Νικόλας, ένας φτωχός υπάλληλος με Βλάχικη καταγωγή, η Χάννα ή Αννίκα, κόρη εμπόρου και αφεντικού του Νικόλα, ο Αλέξανδρος Δημητριάδης, γλύπτης επίσης Βλάχικης καταγωγής, γεννημένος στη Βιέννη, σπουδαγμένος στο Παρίσι, που τώρα ζει στη Θεσσαλονίκη, ο Περικλής Δημητριάδης, πατέρας του Αλέξανδρου, έμπορος, που δραστηριοποιείται στην πόλη μας, η Απολίν, Βελγικής καταγωγής, ερωμένη του Αλέξανδρου και γυναίκα στη συνέχεια του πατέρα του, κα. Από μια άποψη πρωταγωνιστής του βιβλίου είναι και ο Emmanuel Miller, τον οποίο γνωρίζουμε κυρίως μέσα από επιστολές, που είχε στείλει στην σύζυγό του, αν και παίρνει μέρος και στην εξέλιξη του βιβλίου.

Φυσικά το ιστορικό γεγονός της αρπαγής των Μαγεμένων από μόνο του ίσως δεν ενδιέφερε το αναγνωστικό κοινό, οπότε η Κόντζογλου προσθέτει και δύο απαγορευμένους έρωτες, έναν μεταξύ του Νικόλα και της Αννίκα (χριστιανός αγαπά την εβραία κόρη του αφεντικού του…) και έναν μεταξύ του Αλέξανδρου και της Απολίν (η ερωμένη του γιου αποφασίζει να παντρευτεί τον πατέρα, αλλά μένει έγκυος από τον γιο…). Το τέλος της ιστορίας δραματικό, τόσο για τη μοίρα των γλυπτών, όσο και για τον έρωτα.

Όπως έχω γράψει πολλές φορές, για μένα ένα πετυχημένο ιστορικό μυθιστόρημα εντάσσει την ιστορία στην υπόθεση του έργου με τέτοιο τρόπο, ώστε κανείς να μην καταλαβαίνει ότι μιλάμε για μυθιστόρημα. Η ατμόσφαιρα της εποχής θα πρέπει να δίνεται με σωστό τρόπο, πράγμα, που επιβάλλει την μελέτη της ιστορίας του χώρου, του χρόνου και των ανθρώπων. Με βάση αυτά τα κριτήρια δεν μπορώ να πω ότι το βιβλίο με ενθουσίασε. Σίγουρα ένας συγγραφέας έχει το ελεύθερο να γράφει ό,τι θέλει και να πλάθει τον κόσμο του βιβλίου του όπως αυτός τον φαντάζεται, αλλά όταν θέλει κάποιος να γράψει ιστορικό μυθιστόρημα, μοιραία υπάρχουν περιορισμοί. Η Αννίκα, που ξέρει να μιλάει ελληνικά, ο Ντάβιντ, που είναι μεν Εβραίος έμπορος, αλλά αγαπά την Ελληνική ιστορία και διηγείται την ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας στα παιδιά του, ο Νικόλας, ο Δάσκαλος και τα όνειρά τους για μια Μακεδονία και Θεσσαλονίκη ελληνική είναι κάποια από τα σημεία του βιβλίου, που για μένα δεν έχουν σχέση με την ιστορική πραγματικότητα της κοινωνίας της Θεσσαλονίκης για εκείνη την εποχή. Περιγράφονται μεν σημεία της Θεσσαλονίκης, αλλά δεν υπάρχει η εικόνα μιας πόλης λαβύρινθου, όπως ήταν η πόλη τότε. Δεν ένιωσα να με μεταφέρει η συγγραφέας στη Θεσσαλονίκη του 1864. Πέρα από αυτά, νιώθω ότι η Κόντζογλου «έπρεπε» να γεμίσει σελίδες, για αυτό κάποια πράγματα επαναλαμβάνονται, υπάρχουν περιγραφές ιδιαίτερα κουραστικές και ανούσιες, που δεν εξυπηρετούν την πλοκή του βιβλίου. Προς το τέλος η ροή μου φαίνεται ότι καλυτερεύει κάπως, γίνεται πιο γρήγορη.

Στη Vivlioniki είχε παρουσιαστεί στο παρελθόν άλλο ένα μυθιστόρημα με θέμα τις Μαγεμένες με συγγραφέα τον Μανώλη Γκουνάγια. Ούτε εκείνο το βιβλίο με είχε ενθουσιάσει. Ίσως να φταίει το γεγονός, πως η Κόντζογλου επέλεξε μεν ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον θέμα, αλλά οι πηγές για εκείνη την περίοδο είναι λίγες και δεν βοηθούν ιδιαίτερα κάποιον συγγραφέα. Βέβαια με δεδομένο ότι το βιβλίο θα διαβαστεί από αρκετές χιλιάδες κόσμο, δίνεται η ευκαιρία στους αναγνώστες να μάθουν, αν δεν ξέρουν ήδη, κάποια πράγματα για την αρπαγή των Μαγεμένων, των «Ελγινείων» της Θεσσαλονίκης και αυτό είναι στα θετικά του βιβλίου. Ίσως θα μπορούσε να είναι καλύτερο, αλλά αυτό είναι καθαρά υποκειμενική άποψη, σε πολλούς μπορεί και να αρέσει ο συνδυασμός έρωτα και ιστορίας.

 

Σχολιάστε

Filed under ΚΟΝΤΖΟΓΛΟΥ, Μαίρη, Συγγραφείς