Tag Archives: μυθιστόρημα

Εθνικός Διχασμός και Κρίση σε ένα σύγχρονο μυθιστόρημα στη Θεσσαλονίκη του χθες και του σήμερα

img044

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Στο τέλος νικάω εγώ

Συγγραφέας: Σοφία Νικολαΐδου

Έκδοση: Μεταίχμιο (2017)

ISBN: 978-618-03-1236-2

Τιμή: Περίπου €15

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Ένας περίπου μήνας μας χωρίζει από τα Χριστούγεννα και μπαίνουμε στην περίοδο, που οι εκδοτικοί οίκοι θα μας χαρίσουν πολλές νέες κυκλοφορίες. Μία τέτοια είναι και το βιβλίο της σημερινής ανάρτησης. Πρόκειται για το τελευταίο έργο της Σοφίας Νικολαΐδου, εκπροσώπου της νεότερης γενιάς λογοτεχνών της Θεσσαλονίκης.

Η έκδοση είναι απλή, χωρίς κάτι το ιδιαίτερο. Μου άρεσε το πορτοκαλί χρώμα στο εξώφυλλο, καθώς και το γεγονός ότι στο πρόσθιο αυτί του βιβλίου η συγγραφέας επέλεξε μια φωτογραφία, όπου χαμογελάει. Χρησιμοποιήθηκε χαρτί Chamois των 100gr. Ευανάγνωστο κείμενο, ύλη ταξινομημένη σωστά, ώστε η ανάγνωση του μυθιστορήματος να μην κουράζει τον αναγνώστη. Το Μεταίχμιο έχει βγάλει αρκετά βιβλία σε αυτό το στιλ, που για λογοτεχνικό κείμενο και δη σύγχρονο μου φαίνεται όμορφο.

Την Νικολαΐδου στη Vivlioniki τη γνωρίσαμε μέσα από δύο άλλα της έργα, το «Απόψε δεν έχουμε φίλους«, που είχε κυκλοφορήσει το 2010 και το «Χορεύουν οι ελέφαντες«, που είχε κυκλοφορήσει το 2012. Υπήρχαν πρωταγωνιστές κοινοί και στα δύο βιβλία, οι οποίοι εμφανίζονται ξανά στο βιβλίο της σημερινής ανάρτησης. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι η συγγραφέας θέλει να κάνει μια τριλογία (εκτός κι αν υπάρξει και συνέχεια) και ακολουθεί την τακτική, που έχουν κυρίως οι συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων, όπου κρατάνε τον πρωταγωνιστή τον ίδιο και αλλάζουν την ιστορία και την υπόθεση.

Στα προηγούμενα βιβλία, που είδαμε στη Vivlioniki, η Νικολαΐδου εξέταζε κάποιες ιστορικές περιόδους της Θεσσαλονίκης, οι οποίες άφησαν τα σημάδια τους στην πόλη, μέσα από σημαντικά γεγονότα. Στους «Φίλους» έγραφε για το δωσιλογισμό της Κατοχής, στους «Ελέφαντες» έπιασε το θέμα της δολοφονίας του Πολκ. Αλλά δεν μπορεί κάποιος να πει ότι έγραφε ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά χρησιμοποίησε τα γεγονότα αυτά για να γράψει το μυθιστόρημά της. Επίσης τόσο στους «Φίλους», όσο και στους «Ελέφαντες» ο χρόνος της ιστορίας ήταν το σήμερα και το χθες, δύο ιστορίες παράλληλες ουσιαστικά, που τέμνονταν σε κάποια σημεία. Το ίδιο ακολούθησε και στο τελευταίο της έργο.

Το «Στο τέλος νικάω εγώ» μας ταξιδεύει χρονικά στο σήμερα, την εποχή της Κρίσης και στο χθες, στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του 1910 και πιο συγκεκριμένα από το 1912 έως το 1917. Μια παρέα νέων παιδιών, που μόλις τελείωσαν τις σπουδές τους, βρίσκεται στο μεγάλο δίλημμα για το πώς θα συνεχίσουν τις ζωές τους. Η Κρίση έχει επηρεάσει τις ζωές τους, αλλά και των γονιών τους. Πιο συγκεκριμένα βρισκόμαστε στο 2015, χρονιά με μεγάλες δυσκολίες για τη χώρα γενικά. Ένα πρόγραμμα σχετικά με τη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου θα τους φέρει κοντά, την Κορίνα, τον Μηνά, την Εβελίνα και τον Νίκο. Όλους τους είχαμε δει στα προαναφερθέντα έργα της Νικολαΐδου, όπως εκεί είχαμε δει και τον Μαρίνο Σουκιούρογλου, έναν φιλόλογο, του οποίου τη ζωή παρακολουθούμε στα έργα της Νικολαΐδου από τα φοιτητικά του χρόνια έως σήμερα, που είναι πλέον στα 50 του χρόνια. Η συγγραφέας κάνει αναφορές για την Κρίση και το πώς αυτή επιβλήθηκε στη ζωή των ανθρώπων, στην αβεβαιότητα των νέων για το μέλλον, ενώ και εδώ ασχολείται με το χώρο του Πανεπιστημίου και τη βρομιά, που αυτό κρύβει, με τις άδικες κρίσεις προσωπικού, την κατασπατάληση πόρων, την δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία του χώρου. Οι σχέσεις γονέων και παιδιών επίσης αποτελεί θέμα του βιβλίου, με τις εκρήξεις, τις διαφωνίες, το «generation gap» (που λέγαμε και στο χωριό μου).

Πέρα όμως από το σήμερα, υπάρχει μια ιστορία, που διαδραματίζεται στο χθες, σε μια Θεσσαλονίκη, που τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση και έως τη Μεγάλη Πυρκαγιά του 1917, προσπαθεί να βρει νέα ταυτότητα, έχοντας να βιώσει τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο, την έλευση των στρατευμάτων της Αντάντ για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την καταστροφή της πόλης του 1917. Πρωταγωνιστές εδώ είναι πολλοί, ο Γιωργάκης (ζαχαροπλάστης και διάσημος για τις κρέμες του), ο Αναστάσης (ιδιοκτήτης καμπαρέ), η Παρί (από το Παρυσάτιδα, δουλεύει στο καμπαρέ του Αναστάση), ο Ντελαρισύ (Γάλλος γιατρός), ο Μαθιός Φαρούζος (Παλαιοελλαδίτης απότακτος χωροφύλακας), ο Ξενοφών (Κρητικός χωροφύλακας) και άλλοι. Η Θεσσαλονίκη λίγο μετά την απελευθέρωσή της δεν προλαβαίνει να ησυχάσει και έχει να αντιμετωπίσει τον Εθνικό Διχασμό, του οποίου ήταν το επίκεντρο, καθώς εδώ σχηματίστηκε η Προσωρινή Κυβέρνηση του Βενιζέλου με το Κίνημα της Εθνικής Αμύνης. Πέρα από αυτό όμως η Νικολαΐδου μεταφέρει και τον τρόπο, που οι Παλαιοελλαδίτες αντιμετώπιζαν τη Θεσσαλονίκη και τη Νέα Ελλάδα γενικότερα, αντιμετώπιση, που στο πέρασμα των χρόνων σίγουρα έχει αλλάξει, αλλά δεν έχει εξαλειφθεί. Η Νικολαΐδου δεν έχει σκοπό να παρουσιάσει τη Θεσσαλονίκη εκείνης της εποχής όπως πραγματικά ήταν, αφού από το κείμενο λείπουν σχεδόν εντελώς οι Εβραίοι και Οθωμανοί Θεσσαλονικείς.

Η συγγραφέας χρησιμοποιεί διαφορετικό τρόπο γραφής περιγράφοντας το σήμερα και το χθες, με το σήμερα να είναι πιο μοντέρνα η γραφή και το χθες να περιγράφεται με πιο κλασσικό αφηγηματικό τρόπο. Ενδιαφέρον το τέλος του βιβλίου, αν και δεν είναι το πιο δυνατό του κομμάτι. Οι χαρακτήρες της για όσους έχουν διαβάσει τους «Φίλους» και τους «Ελέφαντες» είναι πάνω κάτω γνωστοί και δεν μπαίνει στη διαδικασία να τους χτίσει από την αρχή, οπότε για κάποιον, που δεν έχει διαβάσει τα προηγούμενα έργα αυτό να φαίνεται για μειονέκτημα. Νομίζω πως θα μπορούσε να ανήκει και στα βιβλία για έφηβους.

Προσωπικά το βιβλίο μου άρεσε. Και εδώ, όπως και στους «Ελέφαντες» η Νικολαΐδου καταπιάνεται νομίζω με πολλά ζητήματα και θα προτιμούσα να αναπτυχθεί περισσότερο το χθες στο βιβλίο, αλλά αυτό είναι υποκειμενική κρίση. Το διάβασα πάντως ευχάριστα και ξεκούραστα, ίσως επειδή είχα γνώση των προηγούμενων έργων της. Θα το συνιστούσα για κάποιον, που είναι μεταξύ 16 και 22 ετών (αυθαίρετα τα όρια).

 

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ, Σοφία, Συγγραφείς

Στρατιωτικές αναμνήσεις του Γιάννη Ατζακά

img029

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Κάτω από τις οπλές

Συγγραφέας: Γιάννης Ατζακάς

Έκδοση: Άγρα (2010)

ISBN: 978-960-325-890-2

Τιμή: Περίπου €13

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Πριν από λίγο καιρό είχα τη χαρά να παρουσιάσω στη Vivlioniki το τελευταίο έργο του Γιάννη Ατζακά, μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Λίγη φλόγα, πολλή στάχτη«. Το βιβλίο της σημερινής ανάρτησης είναι ένα μυθιστόρημα από τον εξαιρετικό συγγραφέα, το οποίο μας μεταφέρει χρονικά στην περίοδο λίγο πριν και λίγο μετά την εγκαθίδρυση της Δικτατορίας του 1967 στην Ελλάδα.

Η έκδοση είναι άριστη, τυπική της ποιότητας, που δίνει στα βιβλία του ο εκδοτικός οίκος Άγρα. Χαρτί Palatina ευρωπαϊκό των 100gr, ευανάγνωστο κείμενο, γυρνάς τις σελίδες και δεν νιώθεις να σου μένει το μελάνι στα δάχτυλα. Λιτό και όμορφο εξώφυλλο, αρχοντική δουλειά στο σύνολό της, αρμόζει και στην ποιότητα του έργου.

Λίγους μήνες μετά την Μεταπολίτευση συναντιούνται δύο φίλοι από τον στρατό, ο Χάρης Φωτίου (ηθοποιός) και ο Άλκης Πολίτης (φιλόλογος), σε μια ταβέρνα στην Ευαγγελίστρια και θυμούνται κάποια πράγματα από τα όσα έζησαν. Αυτό αποτελεί αφορμή ουσιαστικά για να επαναφέρει ο Φωτίου στο μυαλό του μνήμες από την περίοδο εκείνη, που γνώρισε τον Άλκη στο 2ο Τάγμα Ορεινών Μεταφορών (ΤΟΜ) Κολινδρού. Οι μνήμες όμως θα εμπλουτιστούν και από κάποια κείμενα, που άφησε στον Φωτίου ο Πολίτης, από ένα προσωπικό του ημερολόγιο. Αυτά αποτελούν το υλικό, από το οποίο θα γραφτεί η ιστορία του βιβλίου, η οποία είναι πολύ παραπάνω από την ιστορία δύο φαντάρων.

Χρονικά κινούμαστε λίγο πριν και λίγο μετά το Πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Το «πριν» είναι από τις αναμνήσεις του Πολίτη στο 565 Τάγμα Πεζικού του Λαγκαδά. Αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο το 565, όσο και το ΤΟΜ Κολινδρού ήταν στρατόπεδα για τους «ανεπιθύμητους» εκείνης της εποχής, είτε για τα Αριστερά τους φρονήματα, είτε για άλλους λόγους (πχ στον Κολινδρό έστελναν τους μουσουλμάνους της Θράκης). Το κλίμα τρομοκρατίας, που επικρατούσε σε αυτές τις μονάδες, αλλά και γενικότερα στην κοινωνία για μέρος του πληθυσμού αποτυπώνονται με ρεαλιστικό, αλλά συνάμα και γλαφυρό τρόπο (όσο μπορεί μια τέτοια αφήγηση να έχει «γλαφυρά» στοιχεία).

Αν και το επίκεντρο των γεγονότων είναι ο Κολινδρός, υπάρχουν στο βιβλίο σημαντικά στοιχεία για την ιστορία της Θεσσαλονίκης και πιο συγκεκριμένα για το πώς αντίκρισε η πόλη το ξημέρωμα της Δικτατορικής επιβολής, όταν και ο Πολίτης διηγείται στον Φωτίου την είσοδο του στρατού στην πόλη και την φύλαξη της περιοχής γύρω από το Νέο Σιδηροδρομικό Σταθμό (αυτόν τον τομέα είχε αναλάβει η μονάδα του στον Λαγκαδά). Ο Πολίτης λατρεύει τη Θεσσαλονίκη, την αποκαλεί δε στο βιβλίο «μοιραία πόλη της ζωής μου», όχι μόνο γιατί εδώ σπούδασε και γιατί εδώ αναγκάστηκε να βρεθεί στις 21 Απρίλη του 1967, αλλά και γιατί με τη Θεσσαλονίκη είχε τον μεγάλο ανολοκλήρωτο έρωτά του, ο οποίος επίσης δεν συνεχίστηκε εξαιτίας των πολιτικών του πιστεύω. Σε πολλές στιγμές του δε στον Κολινδρό, η θέα της νυχτερινής Θεσσαλονίκης από μακρυά τον συντρόφευε.

Το βιβλίο έχει εξαιρετική γραφή. Ο Ατζακάς μαεστρικά διηγείται μια ιστορία και καταφέρνει να μπλέκει με επιτυχία διαφορετικά είδη γραφής, σε κάποια σημεία αφηγείται, σε κάποια άλλα παρεμβάλει θεατρικούς διαλόγους, αλλού χρησιμοποιεί τις σημειώσεις του Πολίτη. Ρεαλιστικό ύφος, το οποίο διανθίζεται από συζητήσεις γύρω από την πολιτική, τον έρωτα και την ιστορία κα, χωρίς αυτές όμως οι συζητήσεις να μοιάζουν έξω από την πλοκή του βιβλίου. Οι χαρακτήρες έχουν χτιστεί με ιδιαίτερη προσοχή και με τρόπο, που ένας σκηνοθέτης ή ένας σεναριογράφος θα μπορούσε πάρα πολύ εύκολα να φτιάξει ταινία με το βιβλίο, καθώς ακόμη και τα σκηνικά, που περιγράφονται είναι πλήρη και ζωντανά. Ο Ατζακάς καταφέρνει να μεταφέρει τον αναγνώστη στην περίοδο αυτή (1967-1968), πράγμα επίσης δύσκολο για έναν λογοτέχνη, που αντικείμενό του είναι μια άλλη περίοδος χρονική από τη σημερινή. Υπάρχει επίσης σε κάποια σημεία και πολύ έξυπνο χιούμορ προσδίδοντας την κωμικοτραγική λογική, που επικρατούσε την περίοδο αυτή.

Δεν γνωρίζω πόσο αυτοβιογραφικά είναι τα όσα περιέχονται στο βιβλίο, ηλικιακά πάντως ο Ατζακάς θα μπορούσε να χωράει στο βιβλίο. Επίσης δεν γνωρίζω αν θα μπορούσε να είναι ο Φωτίου ή ο Πολίτης, καθώς ναι μεν ο Φωτίου μοιάζει να γράφει την ιστορία, αλλά ο Πολίτης είναι από ένα νησί και ο Ατζακάς έχει καταγωγή από τη Θάσο. Επίσης σε κάποιο σημείο αναφέρεται σε κάποιον συγγενή, του Πολίτη, που είναι στη Βάρνα και στη συλλογή διηγημάτων «Λίγη φλόγα, πολλή στάχτη», στο πρώτο διήγημα, το οποίο είναι αυτοβιογραφικό επίσης αναφέρεται μια συνάντηση του συγγραφέα με τον πατέρα του, ο οποίος ζει στη Βάρνα.

Το βιβλίο, όπως έγραψα και παραπάνω, είναι πολύ περισσότερο από μια αφήγηση στρατιωτικών εμπειριών. Είναι η περιγραφή ενός κόσμου, ο οποίος σήμερα ευτυχώς δεν υπάρχει και οι νεότεροι δεν μπορούμε να φανταστούμε καν ότι υπήρξε. Πολιτική, έρωτας, ιστορία δίνονται στο μυθιστόρημα αυτό με τρόπο μοναδικό, που καθιέρωσαν τον Ατζακά ως έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας. Διαβάζεται «απνευστί», όπως μας έμαθαν να λέμε και σας συμβουλεύω να το απολαύσετε κι εσείς.

 

Σχολιάστε

Filed under ΑΤΖΑΚΑΣ, Γιάννης, Συγγραφείς

Ένα μυθιστόρημα για τους μικροαστούς Θεσσαλονικείς

img026

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Το χαμόγελο του Άβελ

Συγγραφέας: Σίμος Οικονομίδης

Έκδοση: Πλώρη (2005)

ISBN: 960-89009-0-5

Τιμή: Περίπου €12

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τα περισσότερα μυθιστορήματα συνηθίζουν να έχουν για πρωταγωνιστές ηρωικές μορφές ή η δράση τους χρονικά συμπίπτει με μεγάλες ιστορικές στιγμές. Ο απλός, καθημερινός άνθρωπος, που δεν γράφει ιστορία, ούτε συμμετέχει σε αυτήν, αλλά κινείται σχεδόν παράλληλά της, είτε δεν υπάρχει στα κείμενα, είτε αποτελεί κομπάρσο. Το σημερινό μυθιστόρημα περιγράφει τη ζωή και το βίο των κομπάρσων αυτών, που πολλές φορές τους αποκαλούμε «μικροαστούς», προσδίδοντας και ταξικά χαρακτηριστικά.

Η έκδοση είναι απλή και λιτή χωρίς κάτι το ιδιαίτερο. Κείμενο ευανάγνωστο, το εξώφυλλο δεν μου άρεσε.

Αν και υπάρχουν αναφορές σε πάρα πολλά πρόσωπα, η κύρια πρωταγωνίστρια του έργου είναι η Ισμήνη, μια κοπέλα, που γεννήθηκε μέσα στην Κατοχή σε ένα χωριό κοντά στη Βέροια, αλλά βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη και πιο συγκεκριμένα στην Καλαμαριά για να σπουδάσει στο εξατάξιο Γυμνάσιο. Ξεκινώντας από το 1961 ακολουθούμε τη ζωή της μαζί με κάποιων άλλων ανθρώπων, συγγενών οι περισσότεροι και φτάνουμε έως τις μέρες μας. Οι εποχές αλλάζουνε, οι αγωνίες των ανθρώπων για ένα καλύτερο αύριο παρουσιάζονται στο κείμενο, οι καβγάδες και οι εντάσεις μεταξύ των οικογενειών και τα όνειρα των νέων, τα οποία μεταβάλλονται καθώς γκριζάρουν τα μαλλιά και ρυτιδιάζει το πρόσωπο. Ίσως θα μπορούσε κάποιος να πει ότι η υπόθεση ξεκινάει με την έλευση των προσφύγων και τις δυσκολίες, που αυτοί αντιμετώπισαν, καθώς οι περισσότεροι ήρωες του βιβλίου έχουν προσφυγική καταγωγή.

Η Θεσσαλονίκη είναι ο χώρος, που εξελίσσεται το μεγαλύτερο κομμάτι της ιστορίας, ο τόπος, που η Ισμήνη προσπαθεί να χτίσει το μέλλον το δικό της πρώτα και μετά και της οικογένειάς της. Δεν είναι πρωταγωνίστρια η πόλη, ούτε τα βασικά ιστορικά γεγονότα, που συνέβησαν εδώ φαίνεται να επηρεάζουν την εξέλιξη. Κύριο θέμα είναι πάντα η ζωή των ανθρώπων μακρυά από την ιστορική πορεία.

Οι χαρακτήρες αναπτύσσονται συμπαθητικά, κάποιοι δομούνται από τον συγγραφέα με όμορφο τρόπο (Ισμήνη, γιαγιά Αμαλία, γιαγιά Ιωάννα). Ενώ φαίνεται πως η διήγηση είναι προσεγμένη και δουλεμένη, μου φαίνεται πως μένει ανολοκλήρωτη. Περιμένεις με κάποιο τρόπο να ξεφύγει από την καθημερινότητα και τη ρουτίνα κάποιος από τους ήρωες, αλλά αυτοί μένουν προσκολλημένοι σε αυτήν. Περιγράφονται πολλά γεγονότα μεν, τα οποία όμως δεν φαίνονται να φτάνουν σε μια κορύφωση και λείπει το δραματικό στοιχείο. Επίσης υπάρχουν πάρα πολλοί χαρακτήρες, όπως είπαμε οι περισσότεροι συγγενείς, που για να ακολουθήσει την πλοκή ο αναγνώστης καλό θα είναι να προστρέχει συχνά στο γενεαλογικό δέντρο, που έχει φτιάξει ο συγγραφέας στην αρχή του βιβλίου.

Το βιβλίο αυτό είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Οικονομίδη. Δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε, αλλά μου άφησε μια αισιόδοξη νότα, καθώς σε πάρα πολλά σημεία του βιβλίου φαίνεται ότι ο συγγραφέας ξέρει να αφηγείται, χωρίς να κουράζει. Ίσως η υπόθεση, που διάλεξε να μην τον βοηθάει.

Σχολιάστε

Filed under ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ, Σίμος, Συγγραφείς

Ένα μυθιστόρημα για τον Μεσοπόλεμο και για την Κατοχή στη Θεσσαλονίκη

img023

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Η νύχτα που πέρασε

Συγγραφέας: Διονύσιος Κωστίδης

Έκδοση: Πιτσιλός (1988)

ISBN: –

Τιμή: –

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Η ιστορία της Θεσσαλονίκης στη διάρκεια του Μεσοπολέμου και της Κατοχής έχει εμπνεύσει πάρα πολλούς συγγραφείς. Ήταν τέτοια τα γεγονότα, δυστυχώς τα περισσότερα αρνητικά, που δεν θα μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητα από την πένα των πεζογράφων και των ποιητών. Το βιβλίο της σημερινής ανάρτησης αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα.

Η έκδοση είναι απλή και λιτή. Χωρίς τίποτα ιδιαίτερο το εξώφυλλο (οι λεκέδες δεν ανήκουν στο πρωτότυπο, αλλά δεν βρήκα καλύτερο αντίτυπο στο παλαιοβιβλιοπωλείο), το κείμενο είναι ευανάγνωστο. Αυτό είναι το πρώτο βιβλίο των εκδόσεων Πιτσιλός, που βλέπουμε στη Vivlioniki, αλλά και το πρώτο έργο του Διονύσιου Κωστίδη.

Το μυθιστόρημα αυτό ξεκινάει χρονικά από το Μεσοπόλεμο, στις αρχές της δεκαετίας του 1930 και εκτείνεται έως το 1945, λίγο μετά το τέλος της ΕΑΜοκρατίας στη Θεσσαλονίκη. Πρωταγωνιστής κύριος ο Ντίμης (από το Δημήτρης), ένα αγόρι, που μεγαλώνει κάπου στη Δημητρίου Πολιορκητού στην Άνω Πόλη. Μεγαλώνει μαζί με τον πατέρα του και τη μητριά του χωρίς να αισθάνεται καλοδεχούμενος στο σπίτι του. Ευαίσθητος, ντροπαλός και συνεσταλμένος αντιμετωπίζει την εφηβεία με δυσκολία, καθώς πέρα από τις κρίσεις στην οικογένειά του, υπάρχουν προβλήματα στις σχέσεις του με τους φίλους του αλλά και στα ερωτικά του. Μέσα στην περίοδο των πολιτικών αλλαγών βρίσκεται μπλεγμένος και με τους εθνικιστές των ΕΕΕ, αλλά και με τους κομμουνιστές, χωρίς να είναι σίγουρος για τίποτα όμως. Στην περίοδο της Κατοχής θα πιαστεί αιχμάλωτος και θα σταλεί για καταναγκαστική εργασία στη Γερμανία, αλλά θα ελευθερωθεί από Γιουγκοσλάβους αντάρτες και τελικά θα βρεθεί πίσω στην Ελλάδα. Παράλληλα με την ιστορία τη δική του υπάρχουν και κάποιες άλλες, όπως για παράδειγμα της Θάλειας, μιας γειτόνισσας του Ντίμη, της Ιωάννας, κόρης της Θάλειας, που ερωτεύεται έναν κομμουνιστή αντάρτη, του Ντίνου, γείτονα και φίλου του Ντίμη, που θα μπλεχτεί με την ΕΕΕ και τα Τάγματα Ασφαλείας κα. Παράλληλα με όλα αυτά υπάρχει και ο αγνός και ανεκπλήρωτος έρωτας του Ντίμη για την Ηλέκτρα, την αδελφή του Ντίνου.

Η υπόθεση εξελίσσεται σε μικρά κεφάλαια, που κάνουν την ανάγνωση ιδιαίτερα εύκολη. Αυτό ίσως είναι και ένα από τα ελάχιστα θετικά του βιβλίου, καθώς η συνολική μου εντύπωση για αυτό είναι μάλλον αρνητική. Ο Κωστίδης έχει μια βασική ιδέα στο μυαλό του, αλλά δεν καταφέρνει να την αναπτύξει όπως θα έπρεπε. Οι χαρακτήρες του μοιάζουν μισοί, δεν έχουν δομηθεί σωστά και υπάρχουν πολλά κενά στην εξέλιξή τους. Ναι μεν μιλάμε για μυθιστόρημα, αλλά από τη στιγμή, που αυτό αποτελεί μέρος του ιστορικού χρόνου, θα έπρεπε να μην υπάρχουν τα κενά, που εμφανίζονται στο βιβλίο. Για μένα δεν γίνεται να γράφει κάποιος μυθιστόρημα για τη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου και να λείπει από αυτό ο Μάης του 1936 ή να μιλάει κάποιος για την Κατοχή και να μην αναφέρει ούτε κουβέντα για το Ολοκαύτωμα των Εβραίων της πόλης. Μου κάνει επίσης θλιβερή εντύπωση το χρονικό άλμα, που κάνει ο συγγραφέας όταν ο Ντίμης συλλαμβάνεται και τον πάνε στις φυλακές του στρατοπέδου «Παύλος Μελάς», όπου όλο το 1942 περνάει σε μια σειρά. Αποτυχημένη βρίσκω επίσης την προσπάθειά του να κρατήσει ίσες αποστάσεις μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς. Γενικά αν κάποιος οφείλει να βρίσκει μια ισορροπία μεταξύ μύθου και ιστορίας, πιστεύω ότι ο Κωστίδης την έχει χάσει.

Η Θεσσαλονίκη είναι πρωταγωνίστρια στο βιβλίο με πολλές αναφορές σε τοποθεσίες της πόλης, κυρίως δρόμους και περιοχές. Δεν γίνεται όμως αισθητή η παρουσία της, καθώς οι αναφορές σε τοπογραφικά στοιχεία δεν αρκούν για να δώσουν τη δυναμική της πόλης, αλλά ούτε και την ιστορία της.

Προσωπικά το βιβλίο δεν μου άρεσε. Ούτε σαν μυθιστόρημα, ούτε σαν ιστορία. Με τόσο υλικό, που έχει δώσει αυτή η πόλη στους συγγραφείς, θεωρώ ότι ο Κωστίδης δεν το εκμεταλλεύτηκε όπως θα έπρεπε. Θα μπορούσα να δεχτώ το να μπαίνει η ιστορία σε δεύτερο ρόλο αν το μυθιστόρημα ήταν κάτι το ξεχωριστό ή θα μπορούσα να διαβάσω το βιβλίο πιο ευχάριστα αν επέλεγε να μην τοποθετήσει τη δράση στην πόλη μας. Δεν θα συμβούλευα σε κάποιον να το διαβάσει, νομίζω το βιβλίο θα είχε ενδιαφέρον μόνο για κάποιον, που συλλέγει βιβλία για την πόλη μας.

 

Σχολιάστε

Filed under ΚΩΣΤΙΔΗΣ, Διονύσιος, Συγγραφείς

Κείμενα 13 σπουδαίων πεζογράφων για τη Θεσσαλονίκη

img008

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Η Θεσσαλονίκη των παλαιότερων συγγραφέων

Συγγραφέας: Συλλογικό έργο

Έκδοση: Ιανός (1998)

ISBN: 960-7771-18-4

Τιμή: Περίπου €20

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Το βιβλίο της σημερινής ανάρτησης είναι μια μικρή ανθολογία κειμένων για τη Θεσσαλονίκη από, όπως λέει και ο τίτλος, «παλαιότερους συγγραφείς». Ένα έργο, που σκοπό έχει να κάνει ο αναγνώστης μια πρώτη γνωριμία με κάποιους συγγραφείς και πιο συγκεκριμένα με τα επιλεγμένα κείμενά τους τα οποία αφορούν την πόλη μας.

Η έκδοση είναι απλή και λιτή. Το αντίτυπο, που έχω εγώ έχει και ένα μικρό αφιέρωμα στα Εκπαιδευτήρια Μαντουλίδη, τα οποία γίορταζαν την χρονιά κυκλοφορίας του βιβλίου τα 20 χρόνια τους. Δεν γνωρίζω αν ο Μαντουλίδης ήταν και χορηγός της έκδοσης, αλλά το ίδιο βιβλίο κυκλοφορεί με διαφορετικό εξώφυλλο και ISBN στα βιβλιοπωλεία και ίσως αυτό βρείτε πιο εύκολα. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχουν σύντομα βιογραφικά των συγγραφέων, αλλά και κάποιων ζωγράφων, των οποίων τα έργα κοσμούν το εσωτερικό του βιβλίου.

Δεν έχω κάτι να σχολιάσω για το πρώτο μέρος του βιβλίου, το οποίο μιλάει για τα Εκπαιδευτήρια Μαντουλίδη, φαντάζομαι κάποιος, που πήγε εκεί σχολείο ή δούλεψε στον Μαντουλίδη θα το βρει ενδιαφέρον. Το κύριο θέμα όμως του βιβλίου είναι τα κείμενα των 13 συγγραφέων, που επέλεξε ο Νίκος Καρατζάς. Οι συγγραφείς είναι οι Γιώργος Βαφόπουλος, Μίνως Λαγουδάκης, Γιώργος Ιωάννου, Στέλιος Ξεφλούδας, Τόλης Καζαντζής, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ανδρέας Καρκαβίτσας, Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Γιώργος Κιτσόπουλος, Κώστας Ταχτσής, Φώτης Κόντογλου, Στρατής Τσίρκας και Νίκος Τσιφόρος. Κάποιοι γεννημένοι στη Θεσσαλονίκη, κάποιοι έζησαν κομμάτι ή και ολόκληρη τη ζωή τους εδώ και κάποιοι άλλοι επισκέφτηκαν κάποια στιγμή την πόλη μας.

Ο Βαφόπουλος περιγράφει το πώς έζησε αυτός και η οικογένειά του τη Μεγάλη Πυρκαγιά του 1917. Ο Ιωάννου μας πάει μια βόλτα στην πλατεία του «Αγίου Βαρδαρίου» με απόσπασμα από το βιβλίο του «Το δικό μας αίμα«. Ο Καζαντζής μιλάει για την Αγία Σοφία, κείμενο από το βιβλίο του «Το τελευταίο καταφύγιο«. Ο Καρκαβίτσας γράφει για την επίσκεψή του στην Θεσσαλονίκη στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο εξαιρετικός και αδικημένος, κατά την άποψή μου, Κιτσόπουλος κάπου στην Άνω Πόλη παρατηρεί μια καθημερινή ιστορία. Ο Κόντογλου μιλάει για τη Βυζαντινή Θεσσαλονίκη. Ο Λαγουδάκης μας πάει στη Θεσσαλονίκη των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του 1920, με το απόσπασμά του από το βιβλίο «Ο κύριος Παρλεβού Φρανσαί και η κυρία Ιτσελόγκουε», ίσως το πρώτο ελληνικό λογοτεχνικό έργο, που μιλάει τόσο εκτενώς για τη Θεσσαλονίκη και την κοινωνία της. Ο Ξεφλούδας πρωτοπόρος της γενιάς του ’30 στη Θεσσαλονίκη και εκφραστής του εσωτερικού μονολόγου περιγράφει κομμάτι της ζωής του στην πόλη μας. Ο Παπαδιαμάντης στο διήγημά του «Ο Χαραμάδος» βλέπει το λιμάνι της Θεσσαλονίκης με τους Εβραίους εργάτες του στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο Πεντζίκης στον ύμνο του για τη Θεσσαλονίκη «Μητέρα Θεσσαλονίκη» ταξιδεύει χρονικά στο χθες της πόλης, όπως αυτό φαίνεται στη σημερινή της εικόνα. Ο Ταχτσής επισκέπτεται την πόλη, που τον γέννησε μετά από χρόνια απουσίας του. Ο Τσίρκας επιλέγει να τελειώσει την επική τριλογία του «Ακυβέρνητες Πολιτείες» στην πόλη μας. Ο Τσιφόρος, τέλος, μιλάει για την επιστροφή ενός μετανάστη στη Γερμανία και την απόφασή του να παραμείνει στη Θεσσαλονίκη, τον τόπο, που άφησε πριν από χρόνια και να ξεκινήσει στα 60 του από την αρχή τη ζωή του, σε ένα διήγημα από τη συλλογή του «Όμορφη Θεσσαλονίκη«.

Όπως είπαμε και νωρίτερα, εκτός από τα κείμενα υπάρχουν και πίνακες ζωγράφων με θέμα τη Θεσσαλονίκη. Μητράκας, Μπακογιώργος, Παπανάκος, Παπασπύρου, Παραλής, Μαυρομάτης οι πιο γνωστοί από αυτούς σε μένα.

Το βιβλίο μου άρεσε. Μια μικρή ανθολογία με έργα σπουδαίων συγγραφέων. Ειδικά το απόσπασμα από το βιβλίο του Λαγουδάκη είναι σημαντικότατο, καθώς το βιβλίο δεν υπάρχει και είναι εξαιρετικά σπάνιο και κανείς δεν φιλοτιμήθηκε να το επανακυκλοφορήσει.

Σχολιάστε

Filed under Συγγραφείς, ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΕΡΓΟ

Ένα μυθιστόρημα για τις Μαγεμένες ή αλλιώς «Las Incantadas»

img002

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Οι Μαγεμένες (Las Incantadas)

Συγγραφέας: Μαίρη Κόντζογλου

Έκδοση: Μεταίχμιο (2017)

ISBN: 978-618-03-0987-4

Τιμή: Περίπου €18

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τα περισσότερα ιστορικά μυθιστορήματα σχετικά με τη Θεσσαλονίκη κινούνται χρονικά στον 20ο αιώνα, ο οποίος υπήρξε γεμάτος με σπουδαία γεγονότα, τόσο για την ιστορία της πόλης, όσο και για της Ελλάδας και των Βαλκανίων γενικότερα. Το βιβλίο της σημερινής ανάρτησης είναι μεν ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά μας ταξιδεύει χρονικά στο 1864, σε μια Θεσσαλονίκη εντελώς διαφορετική από τη σημερινή, μια Θεσσαλονίκη, που θα αποχαιρετούσε ένα από τα ομορφότερα μνημεία της, που είχαν αντέξει σε σεισμούς, πυρκαγιές και λεηλασίες και τελικά χάθηκαν για χάρη του Γάλλου επιγραφολόγου Emmanuel Miller. Θέμα του βιβλίου, η αρπαγή των Μαγεμένων ή αλλιώς γνωστών ως «Las Incantadas».

Η έκδοση είναι απλή, χωρίς κάτι το ιδιαίτερο.Στο εξώφυλλο μια κοκκινομάλλα γυναίκα τρέχει μεταξύ κάποιων κιόνων (κοκκινομάλλα είναι μία από τις πρωταγωνίστριες του έργου). Στην αρχή του βιβλίου υπάρχει ένα εισαγωγικό σημείωμα της συγγραφέως, με ιστορικές πληροφορίες για το μνημείο, καθώς επίσης ένας χάρτης της Θεσσαλονίκης εκείνης της εποχής. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει μια σύντομη βιβλιογραφία, έργα, τα οποία βοήθησαν τη συγγραφέα να γράψει το μυθιστόρημα. Εντύπωση κάνει πως από τη βιβλιογραφία λείπει το σημαντικότερο ίσως ιστορικό βιβλίο, που έχει γραφτεί για τις Μαγεμένες, αυτό του Άρη Παπάζογλου. Πάνω από 500 σελίδες, μπαίνει και αυτό δικαιωματικά στην κατηγορία «βιβλία-τούβλα». Μεγάλο τιράζ για πρώτη έκδοση, στα 10000 αντίτυπα.

Όπως είπαμε και πριν, βρισκόμαστε στη Θεσσαλονίκη του 1864 κυρίως. Η πόλη ανήκει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και διάφοροι δυτικοί αρχαιολόγοι, ιστορικοί και ερευνητές την επισκέπτονται για να δούνε από κοντά τα μνημεία του παρελθόντος, να τα μελετήσουν και, ει δυνατόν, να αποσπάσουν κάποια από αυτά και να τα μεταφέρουν στις πατρίδες τους. Ελάχιστοι Θεσσαλονικείς εκείνη την εποχή γνωρίζουν την αξία των μνημείων ή την ιστορία τους. Σε αυτό το περιβάλλον μια ομάδα ανθρώπων, η οποία έχει απώτερο σκοπό την απελευθέρωση της πόλης και της Μακεδονίας γενικότερα και την προσάρτησή της στο Ελληνικό Κράτος, μαθαίνει για τις προθέσεις του Γάλλου Emmanuel Miller να πάρει στη Γαλλία τις Μαγεμένες. Οι κινήσεις τους και η προσπάθειά τους να αποτραπεί αυτό το γεγονός τελικά δεν θα ευοδώσουν.

Πρωταγωνιστές είναι ο Νικόλας, ένας φτωχός υπάλληλος με Βλάχικη καταγωγή, η Χάννα ή Αννίκα, κόρη εμπόρου και αφεντικού του Νικόλα, ο Αλέξανδρος Δημητριάδης, γλύπτης επίσης Βλάχικης καταγωγής, γεννημένος στη Βιέννη, σπουδαγμένος στο Παρίσι, που τώρα ζει στη Θεσσαλονίκη, ο Περικλής Δημητριάδης, πατέρας του Αλέξανδρου, έμπορος, που δραστηριοποιείται στην πόλη μας, η Απολίν, Βελγικής καταγωγής, ερωμένη του Αλέξανδρου και γυναίκα στη συνέχεια του πατέρα του, κα. Από μια άποψη πρωταγωνιστής του βιβλίου είναι και ο Emmanuel Miller, τον οποίο γνωρίζουμε κυρίως μέσα από επιστολές, που είχε στείλει στην σύζυγό του, αν και παίρνει μέρος και στην εξέλιξη του βιβλίου.

Φυσικά το ιστορικό γεγονός της αρπαγής των Μαγεμένων από μόνο του ίσως δεν ενδιέφερε το αναγνωστικό κοινό, οπότε η Κόντζογλου προσθέτει και δύο απαγορευμένους έρωτες, έναν μεταξύ του Νικόλα και της Αννίκα (χριστιανός αγαπά την εβραία κόρη του αφεντικού του…) και έναν μεταξύ του Αλέξανδρου και της Απολίν (η ερωμένη του γιου αποφασίζει να παντρευτεί τον πατέρα, αλλά μένει έγκυος από τον γιο…). Το τέλος της ιστορίας δραματικό, τόσο για τη μοίρα των γλυπτών, όσο και για τον έρωτα.

Όπως έχω γράψει πολλές φορές, για μένα ένα πετυχημένο ιστορικό μυθιστόρημα εντάσσει την ιστορία στην υπόθεση του έργου με τέτοιο τρόπο, ώστε κανείς να μην καταλαβαίνει ότι μιλάμε για μυθιστόρημα. Η ατμόσφαιρα της εποχής θα πρέπει να δίνεται με σωστό τρόπο, πράγμα, που επιβάλλει την μελέτη της ιστορίας του χώρου, του χρόνου και των ανθρώπων. Με βάση αυτά τα κριτήρια δεν μπορώ να πω ότι το βιβλίο με ενθουσίασε. Σίγουρα ένας συγγραφέας έχει το ελεύθερο να γράφει ό,τι θέλει και να πλάθει τον κόσμο του βιβλίου του όπως αυτός τον φαντάζεται, αλλά όταν θέλει κάποιος να γράψει ιστορικό μυθιστόρημα, μοιραία υπάρχουν περιορισμοί. Η Αννίκα, που ξέρει να μιλάει ελληνικά, ο Ντάβιντ, που είναι μεν Εβραίος έμπορος, αλλά αγαπά την Ελληνική ιστορία και διηγείται την ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας στα παιδιά του, ο Νικόλας, ο Δάσκαλος και τα όνειρά τους για μια Μακεδονία και Θεσσαλονίκη ελληνική είναι κάποια από τα σημεία του βιβλίου, που για μένα δεν έχουν σχέση με την ιστορική πραγματικότητα της κοινωνίας της Θεσσαλονίκης για εκείνη την εποχή. Περιγράφονται μεν σημεία της Θεσσαλονίκης, αλλά δεν υπάρχει η εικόνα μιας πόλης λαβύρινθου, όπως ήταν η πόλη τότε. Δεν ένιωσα να με μεταφέρει η συγγραφέας στη Θεσσαλονίκη του 1864. Πέρα από αυτά, νιώθω ότι η Κόντζογλου «έπρεπε» να γεμίσει σελίδες, για αυτό κάποια πράγματα επαναλαμβάνονται, υπάρχουν περιγραφές ιδιαίτερα κουραστικές και ανούσιες, που δεν εξυπηρετούν την πλοκή του βιβλίου. Προς το τέλος η ροή μου φαίνεται ότι καλυτερεύει κάπως, γίνεται πιο γρήγορη.

Στη Vivlioniki είχε παρουσιαστεί στο παρελθόν άλλο ένα μυθιστόρημα με θέμα τις Μαγεμένες με συγγραφέα τον Μανώλη Γκουνάγια. Ούτε εκείνο το βιβλίο με είχε ενθουσιάσει. Ίσως να φταίει το γεγονός, πως η Κόντζογλου επέλεξε μεν ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον θέμα, αλλά οι πηγές για εκείνη την περίοδο είναι λίγες και δεν βοηθούν ιδιαίτερα κάποιον συγγραφέα. Βέβαια με δεδομένο ότι το βιβλίο θα διαβαστεί από αρκετές χιλιάδες κόσμο, δίνεται η ευκαιρία στους αναγνώστες να μάθουν, αν δεν ξέρουν ήδη, κάποια πράγματα για την αρπαγή των Μαγεμένων, των «Ελγινείων» της Θεσσαλονίκης και αυτό είναι στα θετικά του βιβλίου. Ίσως θα μπορούσε να είναι καλύτερο, αλλά αυτό είναι καθαρά υποκειμενική άποψη, σε πολλούς μπορεί και να αρέσει ο συνδυασμός έρωτα και ιστορίας.

 

Σχολιάστε

Filed under ΚΟΝΤΖΟΓΛΟΥ, Μαίρη, Συγγραφείς

Ένα αισθηματικό ιστορικό μυθιστόρημα για τη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου και της Κατοχής

Σάρωση_20170906

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Κάποτε στη Σαλονίκη

Συγγραφέας: Μεταξία Κράλλη

Έκδοση: Ψυχογιός (2016)

ISBN: 978-618-01-1671-7

Τιμή: Περίπου €18

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Ένα ιστορικό μυθιστόρημα είναι το θέμα της σημερινής ανάρτησης. Εμπλουτισμένο με απαγορευμένους έρωτες (δύο παρακαλώ…) μας ταξιδεύει στη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου και της Κατοχής για να περιγράψει μέσα από τη σχέση των δύο κύριων πρωταγωνιστών του την πολύ σημαντική περίοδο αυτή για την πόλη μας.

Η έκδοση είναι απλή και λιτή. Μου άρεσε η σύνθεση στο εξώφυλλο, έργο του Θοδωρή Πιτσιρίκου. Ευανάγνωστο κείμενο, ανήκει στην κατηγορία βιβλίο-τούβλο, με τις 742 (!) σελίδες του. Στο τέλος κάποιων σελίδων υπάρχουν μερικές σημειώσεις ή μεταφράσεις κυρίως λαντίνο εκφράσεων. Εντύπωση μου κάνει το ιδιαίτερα αυξημένο τιράζ, μόνο η πρώτη έκδοση βγήκε σε 10000 αντίτυπα, μακάρι να μην μείνει στο στοκ. Αισθητικά πάντως και σε σύγκριση με άλλες εκδόσεις του Ψυχογιού, το βιβλίο μου άρεσε.

Κύριοι πρωταγωνιστές του έργου είναι η Χριστίνα Παπάζογλου και ο Αλμπέρτο Ματαλών. Η Χριστίνα είναι πρόσφυγας από τη Σμύρνη, που πήγε αρχικά στην Αθήνα, αλλά το 1927 έρχεται στη Θεσσαλονίκη για να ζήσει υπό την προστασία του θείου της, ο οποίος είναι Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης (δεν είναι ο Γεννάδιος, που ήταν ιστορικά τότε σε αυτήν τη θέση). Ο Αλμπέρτο είναι ο γόνος μιας εύπορης Εβραϊκής οικογένειας, το μικρότερο παιδί και ο μόνος γιος. Η πρώτη συνάντηση των δύο παιδιών θα γίνει στο σχολείο και εκεί θα ξεκινήσει ένας έρωτας, που θα περάσει από χίλια κύματα και θα φτάσει έως την περίοδο της Κατοχής και τον πρώτο καιρό μετά την απελευθέρωση. Ευνόητο είναι το πόσο δύσκολες καταστάσεις θα πρέπει να αντιμετωπίσει το ζευγάρι, καθώς ο έρωτας μεταξύ ενός Εβραίου και μιας Χριστιανής – και ανιψιάς του Μητροπολίτη μάλιστα – δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός από τις οικογένειες και την κοινωνία της πόλης.

Αυτός όμως δεν είναι ο μόνος απαγορευμένος έρωτας του βιβλίου. Υπάρχει και αυτός μεταξύ του Μπενίκο και της Νινόν. Ο Μπενίκο είναι ένα Εβραιόπουλο, που ζει στο Κάμπελ και τρέχει όλη τη μέρα για το μεροκάματο, ενώ η Νινόν είναι κόρη πλούσιων Εβραίων (και ανιψιά του Αλμπέρτο). Η ιστορία αυτών των δύο τρέχει παράλληλα με την κεντρική ιστορία του βιβλίου.

Πέρα όμως από αυτούς υπάρχουν πολλές φιγούρες στο έργο, η Ρούλα, ο Αστέρης, η Αλλέγκρα, ο Μάκης, ο Μίκης, ο Προκόπης, ο Σωκράτης οι οποίοι παίζουν καταλυτικό χαρακτήρα στην εξέλιξη του έργου και ως ένα βαθμό εκπροσωπούν τους διαφορετικούς κόσμους, οι οποίοι στο σύνολό τους συνέθεταν την κοινωνία της Θεσσαλονίκης εκείνης της εποχής.

Αν και η υπόθεση του έργου κυρίως έχει να κάνει σχέση με το αισθηματικό κομμάτι, η Κράλλη το εντάσσει σε ένα ιστορικό πλαίσιο, το οποίο έχει καταφέρει να το περιγράψει με αρκετό ρεαλισμό και χωρίς υπερβολές. Όλα τα μεγάλα ιστορικά συμβάντα της Θεσσαλονίκης από το 1927 έως το 1945 υπάρχουν στο βιβλίο και μερικά από αυτά τα χρησιμοποιεί πολύ σωστά για να προχωρήσει το έργο. Από τις δυσκολίες ένταξης των προσφύγων στην κοινωνία, το αντισημιτικό μένος, που επικράτησε στην πόλη με την ΕΕΕ, τον εμπρησμό στο Κάμπελ, τον Μάη του 1936 και τη δικτατορία του Μεταξά, τον Πόλεμο και την Κατοχή, το Ολοκαύτωμα της Θεσσαλονίκης και την Απελευθέρωση. Μέχρι και για το Ξυπόλητο Τάγμα υπάρχει αναφορά, χωρίς όμως να το κατονομάζει έτσι (το «εκπροσωπεί» ο Σωκράτης και η παρέα του).

Αν και η δράση του βιβλίου εξελίσσεται και στην Αθήνα, στη Βιέννη και στον Πειραιά, εν τούτοις ο πυρήνας του έργου βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, με αναφορές πολλές σε τοποθεσίες της πόλης, ακόμη και σε μαγαζιά. Υπάρχουν φυσικά και μυθιστορηματικά στοιχεία (μυθιστόρημα γράφει η Κράλλη άλλωστε), όπως ο Μητροπολίτης θείος της Χριστίνας (όπως είπαμε πριν ο Γεννάδιος ήταν τότε σε αυτή τη θέση). Σε γενικές γραμμές νομίζω πως οι περιοχές της πόλης περιγράφονται με επιτυχία. Κύρια πηγή της ήταν, όπως λέει στην εισαγωγή, το βιβλίο του Κώστα Τομανά σχετικά με το χρονικό της Θεσσαλονίκης και μάλιστα το δεύτερο βιβλίο.

Η Κράλλη δεν γεννήθηκε, δεν μεγάλωσε, δεν σπούδασε και δεν έζησε στη Θεσσαλονίκη. Όπως λέει στην εισαγωγή της η γνωριμία της με τον Εβραϊσμό της Θεσσαλονίκης έγινε κυρίως μέσα από λίγα βιβλία. Από προσωπική έρευνα βρήκε στοιχεία για την πόλη και την ιστορία της ειδικά για το χρονικό κομμάτι, που αυτή παρουσιάζει. Και έφτιαξε ένα μυθιστόρημα, που τουλάχιστον ιστορικά είναι πλήρες. Ο τρόπος, που χτίζει τους χαρακτήρες της κινείται φυσικά γύρω από τον έρωτα και προσωπικά δεν μου άρεσε το γεγονός, πως παρουσιάζονται τέλειοι, χωρίς ελαττώματα και αδυναμίες. Ειδικά η Χριστίνα και ο Αστέρης είναι σαν να βγήκαν από βίους αγίων. Όμως το βιβλίο έχει μια ξεχωριστή αξία, καθώς δίνει τη δυνατότητα σε πολύ κόσμο να μάθει την ιστορία της πόλης για αυτήν την περίοδο, να μάθει για τα όσα συνέβησαν στην Κατοχή, να μάθει για την ύπαρξη των Εβραίων Θεσσαλονικέων και το Ολοκαύτωμα της πόλης μας. Βρισκόμαστε στο 2017 και ακόμη επικρατεί άγνοια σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού της χώρας για τα όσα συνέβησαν στη Θεσσαλονίκη τότε. Δεν είναι βέβαια ιστορικό το βιβλίο της Κράλλη, αλλά ο συνδυασμός της ιστορίας με τον μύθο ισορροπεί σωστά σε γενικές γραμμές και μπορεί η ανάγνωση του κειμένου να δώσει κίνητρο σε κάποιον για να ψάξει περισσότερα πράγματα.

Σε γενικές γραμμές το βιβλίο μου δεν μου άφησε ούτε πικρή, ούτε γλυκιά γεύση. Πιστεύω ότι θα μπορούσε να είναι καλύτερο με 200 σελίδες λιγότερες, σε κάποια σημεία οι περιγραφές κουράζουν, το αισθηματικό κομμάτι δεν με εντυπωσίασε και το τέλος επίσης δεν το βρήκα πετυχημένο. Ενώ το βιβλίο ξεκινάει καλά, μετά τη μέση νομίζω ότι κάνει μια κοιλιά. Μου άρεσε όμως το πώς μπόλιασε την ιστορία της Θεσσαλονίκης με την υπόθεσή της. Αν σας αρέσουν τα αισθηματικά ιστορικά μυθιστορήματα, νομίζω πως θα σας αρέσει και το βιβλίο της Κράλλη.

 

Σχολιάστε

Filed under ΚΡΑΛΛΗ, Μεταξία, Συγγραφείς

Η πρώτη πεζογραφική δουλειά της Αρχοντούλας Διαβάτη

Σάρωση_20170821

 

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Στη μάνα του νερού

Συγγραφέας: Αρχοντούλα Διαβάτη

Έκδοση: Ροδακιό (2004)

ISBN: 960-7360-96-7

Τιμή: Περίπου €15

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Είναι μερικές φορές, που ενώ ψάχνεις ένα βιβλίο για καιρό, το βρίσκεις εντελώς τυχαία και εκεί, που δεν το περιμένεις. Μου είχε τύχει με το βιβλίο του Γιώργου Γκόζη «Ο νυχτερινός στο βάθος» πριν κάμποσο καιρό, μου ξαναέτυχε με το βιβλίο της σημερινής ανάρτησης, ένα χρονικό, όπως το αποκαλεί η συγγραφέας του και εκπρόσωπος της νέας γενιάς συγγραφέων της πόλης μας, η Αρχοντούλα Διαβάτη.

Η έκδοση είναι άριστη, από τα βιβλία, που λατρεύω να κρατάω και να διαβάζω και τα οποία χαίρεται κάποιος να γυρνάει τις σελίδες, όχι μόνο γιατί πρόκειται για αξιόλογα έργα, αλλά και γιατί πρόκειται για εξαιρετικές εκδόσεις. Χρησιμοποιήθηκε χαρτί Avorio των 120gr, κείμενο ευανάγνωστο, βιβλίο, που μοσχοβολάει. Πολύ όμορφο εξώφυλλο με μια φωτογραφία της Σου Παπαδάκου. Εξαιρετική δουλειά από το Ροδακιό (το οποίο πολύ συχνά κάνω το λάθος και το αποκαλώ Ροδάκιο).

Η ιστορία μας ξεκινάει όταν ο Μιχάλης, ένα νεαρό παιδί διαβάζει το ημερολόγιο της μητέρας του, το οποίο έχει ξεκινήσει να το γράφει στις 24 Ιουνίου του 1987. Στο, ας το πούμε, εισαγωγικό κείμενο, που γράφει ο Μιχάλης, η μητέρα του είναι σε μια μετέωρη κατάσταση, «πότε λυπημένη και πότε λαμπερή». Το γιατί θα το δούμε στη συνέχεια. Το ημερολόγιο της μητέρας του, της Ανατολής Αναγνώστου είναι και το θέμα του βιβλίου. Σύμφωνα με τα δικά της λόγια «Γράφω για να καταλάβω τι έγινε», πώς έφτασε μέχρι εδώ, πώς εξελίχτηκε, γιατί βρήκε αυτόν τον σύζυγο, γιατί έγινε ο άνθρωπος, που είναι. Γράφει επίσης για να ξεπερνάει το φόβο της, όποιος κι αν είναι αυτός, γράφει για να θυμηθεί, ίσως γράφει και για τα παιδιά της, να έχουν ένα κείμενο και μια μαρτυρία για το ποια ήταν η μάνα τους.

Ο χρόνος είναι σχετικός στην αφήγηση. Θα μπορούσε κάποιος να ορίσει ως σήμερα το κείμενο του Μιχάλη, το παρελθόν είναι όλες οι εγγραφές έως τη σελίδα 113 και το υπόλοιπο είναι το μέλλον. Υπάρχει σαφής διαχωρισμός πάντως στο βιβλίο, απλά ο αναγνώστης θα πρέπει να έχει το νου του για να μην χαθεί. Η Ανατολή επιστρέφει στην παιδική και νεανική της ηλικία έως το σήμερα, που βρίσκεται κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Γεννημένη μεταπολεμικά, κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ’50 φαντάζομαι, μεγαλώνει στην περιοχή της Χαριλάου, η οποία λίγο θυμίζει τη σημερινή της εικόνα. Αναμνήσεις από φίλους, συγγενείς, οικογενειακές στιγμές, το σχολείο, το πανεπιστήμιο, τα εφηβικά προβλήματα και οι προβληματισμοί, οι πρώτοι έρωτες, το κορίτσι, που μετατρέπεται γυναίκα και κάποια στιγμή θα γενεί και σύζυγος. Όλα αυτά με μια γραφή ρεαλιστική και πολύ καλά δουλεμένη, με στιγμές ποιητικές εκεί, που χρειάζεται. Ζωντανές αφηγήσεις από τη Διαβάτη, που χτίζει με μεγάλη επιδεξιότητα τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα της Ανατολής, που είναι η πρωταγωνίστρια του έργου.

Τοπικά κινούμαστε κυρίως στην περιοχή της Χαριλάου με πάρα πολλές αναφορές σε τοποθεσίες της περιοχής, αλλά και λίγο έξω από αυτήν. Η Διαβάτη, μαζί με τον Γούτα και τον Σφυρίδη είναι η «Τριάδα της Χαριλάου» για μένα, καθώς στο έργο τους αναδεικνύεται η γειτονιά αυτή. Φαντάζομαι πως οι παλιοί κάτοικοι της περιοχής θα έχουν να θυμηθούν πολλά πράγματα διαβάζοντας το βιβλίο. Δεν γνωρίζω πόσο αυτοβιογραφικό είναι το κείμενο, αλλά το βρίσκω πολύ πιθανό να υπάρχουν πολλές αυτοβιογραφικές στιγμές, αν και η Διαβάτη είναι νεώτερη από την Ανατολή.

Πέρα από τα στοιχεία μυθιστορίας, που υπάρχουν μέσα στο κείμενο, ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι ιστορικές στιγμές, όπως για παράδειγμα η περιγραφή των γεγονότων του Πολυτεχνείου το 1973 στη Θεσσαλονίκη και ο ξυλοδαρμός της Μαρίας Μαυραγάνη, για τον οποίο μιλάει και ο συνονόματός της Ξενοφών Μαυραγάνης.

Αν και αυτό ήταν το πρώτο έργο της Διαβάτη (στη Vivlioniki είδαμε επίσης άλλα δύο έργα της, μπορείτε να τα δείτε εδώ και εδώ), η γραφή μοιάζει να είναι εξαιρετικά δουλεμένη. Δεν γνωρίζω ποιοι συγγραφείς έχουν επηρεάσει τη Διαβάτη, εγώ είδα επιρροές από Πεντζίκη, Ιωάννου, Σουρούνη κα, αλλά κάποιος άλλος με διαφορετικά διαβάσματα ίσως βρει επιρροές από άλλους συγγραφείς.

Προσωπικά το βιβλίο μου άρεσε πολύ. Ένα κείμενο, που μπλέκει με επιτυχία μύθο και ιστορία, κυλάει γρήγορα και αβίαστα και περιγράφει μια εποχή και μια γειτονιά πετυχημένα. Από τα πεζογραφήματα, που κοσμούν τη βιβλιογραφία της Θεσσαλονίκης.

Σχολιάστε

Filed under ΔΙΑΒΑΤΗ, Αρχοντούλα, Συγγραφείς

Μια σύγχρονη ιστορία με κέντρο τον Επτάλοφο (7Hill…)

Σάρωση_20170810 (2)

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Μια ζαριά στο 7Hill

Συγγραφέας: Λεωνίδας Γοργορής

Έκδοση: Πηγή (2017)

ISBN: 978-618-5231-61-3

Τιμή: Περίπου €15

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Στη λογοτεχνική βιβλιογραφία για τη Θεσσαλονίκη λίγα είναι σχετικά τα μυθιστορήματα, που διαδραματίζονται στις γειτονιές της Δυτικής Θεσσαλονίκης. Το βιβλίο της σημερινής ανάρτησης έχει για βάση του την περιοχή της Επταλόφου ή Εφταλόφου ή 7Hill στο αγγλικότερο…

Η έκδοση είναι καλή, απλή και λιτή. Ωραίο εξώφυλλο, πλαστικοποιημένο και με ανάγλυφη επιφάνεια, ευανάγνωστο κείμενο, μια αξιοπρεπέστατη δουλειά στο σύνολό της ποιοτικά.

Στη Vivlioniki έχουμε δει δύο μυθιστορήματα να εξελίσσονται στην περιοχή της Επταλόφου, το ένα είναι της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου και το άλλο του Χρήστου Χαρτοματσίδη.

Πρωταγωνιστής της ιστορίας μας είναι ο Λάζαρος, ένας 55άρης υπάλληλος ενός γραφείου κηδειών, που έζησε τα χρόνια των παχιών αγελάδων και την ευμάρεια της εποχής του Χρηματιστηρίου, αλλά έχασε την περιουσία του με την κατάρρευση των μετοχών και η Κρίση, που ήρθε στη συνέχεια τον έφερε σε δεινή οικονομική θέση. Με τα χρέη να τον πνίγουν αποφασίζει να σκηνοθετήσει το θάνατό του, ώστε η οικογένειά του να πάρει την αποζημίωση από την ασφαλιστική του εταιρεία και να ξεπληρωθούν οι οφειλές του σε τράπεζες και τοκογλύφους. Πρωταγωνιστής όμως είναι και ο γιος του ο Άνθιμος, ο οποίος είναι ένας νεαρός, που δουλεύει σε ένα φωτογραφείο, μαθαίνει για τα χρέη του πατέρα του και αποφασίζει να κάνει μια ληστεία, μαζί με το φίλο του Νάσο, ώστε να βρει τα χρήματα και να βοηθήσει τον Λάζαρο. Μαζί με τις ιστορίες αυτών των δύο εξελίσσονται και κάποιες άλλες ιστορίες, όπως αυτή του Νάσου, πρώην μισθοφόρου στρατιώτη, του Μήτσου του ποντικού, που μένει στα νεκροταφεία των Αμπελοκήπων, κα.

Χρονικά κινούμαστε στη σημερινή εποχή της Κρίσης και μάλιστα μετά το 2015. Περιγράφονται τα αδιέξοδα πολλών ανθρώπων, που η Κρίση τους έφερε σε δύσκολη θέση. Τοπικά επίκεντρο είναι η περιοχή της Επταλόφου, με πολλές αναφορές σε δρόμους της περιοχής, αλλά η δράση επεκτείνεται και στο κέντρο της πόλης (κυρίως στους δρόμους από την Τσιμισκή και προς την παραλία), έως τη Βιέννη.

Δεν μπορώ να πω ότι το βιβλίο με ενθουσίασε. Ούτε οι περιγραφές των γεγονότων έχουν κάποια ιδιαίτερη τεχνική ή ύφος, ούτε οι χαρακτήρες δομούνται με τρόπο σωστό. Ο Γοργορής έχει μπλέξει πολλές διαφορετικές ιστορίες, που δεν έχουν σχέση με τη βασική υπόθεση του βιβλίου, που είναι το σχέδιο του Λάζαρου και η ληστεία του Άνθιμου. Οι ιστορίες του Μήτσου του ποντικού, της Εύας της ψυχολόγου, του Αστυνόμου Μαρκάκη δεν προσδίδουν τίποτα στην ιστορία, πέρα από το να προστεθούν κάποιες σελίδες στο βιβλίο. Ούτε η εξωσυζυγική σχέση της Σταυρούλας (γυναίκας του Λάζαρου) με τον κολλητό του φίλο Θανάση έχει κάτι να προσφέρει, ούτε και η γνωριμία του Άνθιμου με τον ελληνοαμερικανό χρηματιστή Τζον. Πιθανολογώ ότι ο συγγραφέας είχε στο μυαλό του πολλές μικρές ανολοκλήρωτες ιστορίες και προσπάθησε να τις συνθέσει με κάποιο τρόπο, ώστε να βγει μυθιστόρημα. Νομίζω ότι αν επιχειρούσε να φτιάξει μικρά διηγήματα με τους ίδιους πρωταγωνιστές το αποτέλεσμα θα ήταν καλύτερο. Το δε τέλος του βιβλίου, όπου όλοι οι επιζώντες χαρακτήρες είναι μαζεμένοι σε ένα μέρος και το happy ending της ιστορίας μου θύμισε τις παλιές ταινίες του Δαλιανίδη, η ανάγκη ο θεατής εκείνης της εποχής και ο αναγνώστης του σήμερα να φύγει από την αίθουσα ή να κλείσει το βιβλίο νιώθοντας ότι το παραμύθι τελείωσε ευχάριστα.

Πέρα από όλα αυτά όμως, τα οποία είναι καθαρά υποκειμενικά, το βιβλίο θα αρέσει πιθανότατα σε όσους μένουν στον Επτάλοφο, καθώς θα αναγνωρίσουν τους δρόμους, που ζούνε και μεγαλώνουν. Είναι καλό, που αναδεικνύεται μια υποβαθμισμένη περιοχή της πόλης μέσα από ένα μυθιστόρημα και αυτό είναι, που κρατάω εγώ από αυτό το έργο.

Σχολιάστε

Filed under ΓΟΡΓΟΡΗΣ, Λεωνίδας, Συγγραφείς

Αποχαιρετισμός στη Θεσσαλονίκη από έναν Μουσουλμάνο Θεσσαλονικιό

Σάρωση_20170810

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Αντίο, γλυκιά πατρίδα

Συγγραφέας: Ahmet Ümit

Έκδοση: Πατάκη (2017)

ISBN: 978-960-16-6756-0

Τιμή: Περίπου €19

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Το βιβλίο της σημερινής ανάρτησης μας έρχεται από τη γειτονική Τουρκία. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον και όμορφο μυθιστόρημα από τον Αχμέτ Ουμίτ, ένας από τους γνωστότερους σύγχρονους Τούρκους συγγραφείς (οι πωλήσεις των βιβλίων του έχουν ξεπεράσει τα δύο εκατομμύρια).

Η έκδοση ακολουθεί τα πρότυπα των τελευταίων εκδόσεων του Πατάκη, όμορφες δουλειές, καλής ποιότητας. Στο εξώφυλλο μια εικόνα του Λευκού Πύργου με το παλιό καφέ, που υπήρχε έξω από αυτόν, ενώ στο οπισθόφυλλο η Πόλη. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει ένα σύντομο χρονολόγιο, που μιλάει για γεγονότα σχετικά με την υπόθεση του βιβλίου. Τη μετάφραση την έκανε ο Θάνος Ζαράγκαλης.

Ας ξεκινήσουμε με τη μετάφραση του βιβλίου καθώς σε έργα ξένων συγγραφέων παίζει σημαντικότατο ρόλο. Δεν υπάρχει σημείο στο κείμενο, που να νομίζει ο αναγνώστης ότι το βιβλίο είναι μεταφρασμένο. Η απόδοση του κειμένου είναι τέτοια, που κυλάει ομαλότατα η υπόθεση. Φαντάζομαι τις τεράστιες δυσκολίες, που έχει το να πρέπει όχι μόνο να μεταφράσεις μια λέξη ή μια φράση, αλλά ταυτόχρονα να μεταφέρεις τη λογοτεχνική χροιά του πρωτότυπου κειμένου, το ύφος, την αγωνία και τα συναισθήματα. Ο Ζαράγκαλης κεντάει πραγματικά τη γλώσσα με μοναδική μαεστρία. Και είναι ευτυχία για το μυθιστόρημα, που μεταφέρεται τόσο καλά στη γλώσσα μας.

Πρωταγωνιστής της ιστορίας μας είναι ο Σεχσουβάρ Σαμί, ένας Θεσσαλονικιός, που το 1906-1907 αποφάσισε να γίνει μέλος της Οργάνωσης «Ένωση και Πρόοδος», η οποία ήταν υπεύθυνη για το Κίνημα των Νεότουρκων το 1908, Κίνημα, το οποίο είναι άμεσα συνδεδεμένο με την πόλη μας, καθώς η διακήρυξη της νίκης του Κινήματος έγινε στη Θεσσαλονίκη και πιο συγκεκριμένα στην Πλατεία Ελευθερίας (έτσι απέκτησε άλλωστε και η Πλατεία το όνομά της). Χρονικά βρισκόμαστε βέβαια αρκετά χρόνια μετά, φθινόπωρο του 1926 και ο Σεχσουβάρ από το δωμάτιο ενός ξενοδοχείου αρχίζει να γράφει κάποιες επιστολές στη μεγάλη του αγάπη, την Έστερ, μια Εβραία Θεσσαλονικιά. Στις επιστολές αυτές καταγράφει τη ζωή του από το 1907 περίπου έως το 1926, τις περιπέτειες, που πέρασε, τα όσα έζησε ως μέλος της Οργάνωσης, εξιστορεί τα όσα πέρασε η πατρίδα του (από την προσωπική του φυσικά σκοπιά) και εξομολογείται τον μεγάλο του έρωτα προς την Έστερ. Μέσα σε όλα αυτά υπάρχει και μια υπόθεση μυστηρίου, που κινείται παράλληλα με τις αναμνήσεις και τις ερωτικές εξομολογήσεις.

Ο Σεχσουβάρ βρίσκεται σε μια φάση αποδοχής της ήττας, τόσο σε προσωπικό, όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Σε προσωπικό έχει χάσει τη γυναίκα, που αγάπησε περισσότερο από κάθε άλλη γυναίκα. Σε πολιτικό επίπεδο η Οργάνωση «Ένωση και Πρόοδος» μετά από μια δεκαετία κυριαρχίας, έχει διαλυθεί, τα μέλη της από εκεί, που κυβερνούσαν πλέον είτε δολοφονούνται, είτε κρύβονται για να μην συλληφθούν. Οι αξίες στις οποίες πίστεψε ο Σεχσουβάρ έχουν χαθεί, μαζί με την πόλη, που αγάπησε, τους φίλους και τους συντρόφους του.

Χρονικά το μυθιστόρημα κινείται σε διάφορους χρόνους. Το «σήμερα» για το βιβλίο είναι το φθινόπωρο του 1926, λίγο καιρό μετά την απόπειρα δολοφονίας του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ στη Σμύρνη από μέλη της οργάνωσης «Ένωση και Πρόοδος». Το «χθες» για το βιβλίο είναι από το 1907 έως το 1918, δηλαδή από τις πρώτες μέρες της Οργάνωσης έως το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και τη διάλυσή της, μαζί με το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η βάση του έργου είναι η Κωνσταντινούπολη και διάφορα σημεία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από τη Λιβύη έως την Αίγυπτο, το Ιράκ, τα Βαλκάνια κα. Η Θεσσαλονίκη δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά να είναι πρωταγωνίστρια, αλλά παίζει σπουδαιότατο ρόλο στην ιστορία μας. Είναι ο τόπος, που γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Σεχσουβάρ, εδώ ερωτεύθηκε, εδώ έγινε μέλος της Οργάνωσης, εδώ είχε τους γονείς και τους φίλους του. Η πόλη μας εκφράζει την αθωότητα, την ανιδιοτέλεια, τα οράματα, την πίστη και την ελπίδα. Από τη στιγμή, που θα χαθεί το 1912, όλα φαίνονται να αλλάζουν στη ζωή του Σεχσουβάρ. Γίνονται πολύ λίγες αναφορές σε σημεία της πόλης, πέρα από τον Λευκό Πύργο και τον κήπο με το καφέ, που βρισκόταν έξω από αυτόν. Δεν είναι όμως σκοπός του συγγραφέα η παράθεση της τοπογραφίας της πόλης, όσο το να μας δώσει τον αέρα της και τον χαρακτήρα της.

Έχοντας να επιλέξει μεταξύ μιας ζωής με την αγαπημένη του Έστερ στο Παρίσι και μιας ζωής με αγώνες για την ελευθερία της πατρίδας του, ο Σεχσουβάρ επιλέγει το δεύτερο. Ηρωικό ίσως θα σκεφθεί κάποιος, αλλά οι προδοσίες, οι ήττες, οι προσδοκίες, που έμειναν ανεκπλήρωτες θα φέρουν τον ήρωά μας σε τραγική κατάσταση, κυνηγημένο και αναγκασμένο να κρύβεται κι αυτός. Σαν να μην έφταναν όμως όλα αυτά, μπλέκεται και σε μια ιστορία μυστηρίου, με δολοφονίες, παρακολουθήσεις, κατασκόπους και ένα τέλος ανατρεπτικό και απροσδόκητο.

Ο Ουμίτ χτίζει τους χαρακτήρες του με μεγάλη προσοχή, χωρίς να θέλει να τους παρουσιάσει υπερήρωες, ούτε να έχουν το αλάθητο του Πάπα. Ανθρώπινοι πρωταγωνιστές, οι οποίοι συμμετέχουν στη διαμόρφωση της Ιστορίας και δεν την παρακολουθούν απλά. Παράλληλα με τα φανταστικά πρόσωπα του έργου, ιστορικές μορφές, που έχουν επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τη σύγχρονη ιστορία όχι μόνο της Τουρκίας, αλλά και των Βαλκανίων. Από όλα τα πρόσωπα, που εμφανίζονται στο έργο δεν έχω καταλάβει τη χρησιμότητα αναφοράς της Αγκάθα Κρίστι, η οποία δεν μου φαίνεται να κολλάει πουθενά. Άλλο σημαντικό ατού της γραφής του Ουμίτ είναι η ευκολία με την οποία μεταφέρεται στο χρόνο χωρίς να κουράζει τον αναγνώστη και δένοντας με προσοχή τα κομμάτια της αφήγησής του.

Το βιβλίο είναι ιστορικό και πολιτικό. Αναφέρεται σε μια πάρα πολύ ταραγμένη περίοδο της Τουρκίας, στην οποία έφτασε κοντά στο χείλος της πλήρους καταστροφής. Είναι ενδιαφέρον και χρήσιμο να διαβάσει ο Έλληνας αναγνώστης μια αφήγηση για το πώς έζησαν οι Τούρκοι αυτά τα πρώτα 20 χρόνια του 20ου αιώνα και πιο συγκεκριμένα την περίοδο μεταξύ 1907 και 1918. Ο Σεχσουβάρ είναι γεννημένος και μεγαλωμένος στη Θεσσαλονίκη και η απώλεια της πόλης είναι πολύ δυνατό χτύπημα. Εκεί είναι οι μνήμες του, οι φίλοι του, οι τάφοι των προγόνων του, είναι η πατρίδα του. Μοιραία γίνονται παραλληλισμοί με τους Έλληνες πρόσφυγες, που ήρθαν μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, οι οποίοι επίσης άφησαν πίσω τους τις δικές τους πατρίδες. Ο Ουμίτ κάνει αναφορά και για τη Γενοκτονία των Αρμενίων, αν και δεν την αποκαλεί Γενοκτονία.

Το βιβλίο μου άρεσε ιδιαίτερα. Τόσο το ιστορικό του κομμάτι, όσο και αυτό του μυστηρίου με κράτησαν σε αγωνία έως το τέλος. Κοντά 700 σελίδες, αλλά διαβάζονται εύκολα. Και στο τέλος, όπως και νωρίτερα, θα ήθελα να επισημάνω την άριστη μετάφραση του Ζαράγκαλη, που κατάφερε να παρουσιάσει ένα έργο ζωντανό, που να κυλάει χωρίς καμία δυσκολία. Από τα μυθιστορήματα, που αξίζει να διαβάσετε.

 

Σχολιάστε

Filed under ÜMIT, Ahmet, Συγγραφείς