Tag Archives: Θεσσαλονίκη

Το τελευταίο βιβλίο του Μάριου Μαρίνου Χαραλάμπους

img042

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Η Χρυσή Πύλη της Δύσης

Συγγραφέας: Μάριος Μαρίνος Χαραλάμπους

Έκδοση: Άγνωστο (2005)

ISBN: 960-88776-3-6

Τιμή: Περίπου €18

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Από τις πιο παρεξηγημένες μορφές του λογοτεχνικού κόσμου της Θεσσαλονίκης υπήρξε ο Μάριος Μαρίνος Χαραλάμπους. Το έργο του υπήρξε σημαντικότατο τόσο στην ποίηση, όσο και στην ιστορική έρευνα και μελέτη, εν τούτοις το ιδιόμορφο του χαρακτήρα του τον έθεσε στο περιθώριο. Τα βιβλία του δύσκολα θα τα βρει κάποιος πλέον στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Το βιβλίο της σημερινής ανάρτησης είναι το τελευταίο του συγγραφέα, ο οποίος πέθανε δύο χρόνια μετά την κυκλοφορία του.

Η έκδοση είναι απλή και λιτή. Εξώφυλλο επηρεασμένο από μεσαίωνα, κοσμείται από ένα σχέδιο της Χρυσής Πύλης των δυτικών τειχών της Θεσσαλονίκης, η οποία βρισκόταν περίπου εκεί, που είναι σήμερα η Πλατεία Βαρδαρίου. Κάποιες φωτογραφίες υπάρχουν στο τέλος του βιβλίου. Το έργο το προλογίζουν ο εκδότης Παντελής Γιαννουλάκης και ένα μέντιουμ (διάμεσο την αποκαλεί ο συγγραφέας), τη Μαρία Καρύδη.

Το βιβλίο αυτό του Χαραλάμπους θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το πιο αυτοβιογραφικό του, καθώς όλα τα κείμενα κινούνται γύρω από τη ζωή του, είτε την προσωπική, είτε των γονιών του. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι ο Χαραλάμπους ήθελε να αφήσει μια μαρτυρία σχετικά με το παρελθόν του και το έργο του λίγο πριν πεθάνει. Αν αναλογιστεί κανείς τη μοίρα του τεράστιου αρχείου του, το οποίο όπως λέγεται καταστράφηκε μετά το θάνατό του, το βιβλίο αυτό έχει μια ιδιαίτερη σημασία.

Το κυρίως θέμα του βιβλίου αποτελείται από 13 κεφάλαια και 3 παραρτήματα, τα οποία ο Χαραλάμπους αποκαλεί «Τρεις συμβολές μου». Το ύφος των περισσότερων κειμένων είναι το χαρακτηριστικό ρομαντικό ύφος, που ο Χαραλάμπους παρουσίασε στα υπόλοιπα έργα του, μια εντονότατη λυρική διάθεση βγαλμένη από άλλες εποχές, με έντονες αναφορές στο Βυζάντιο και την Αναγεννησιακή Ευρώπη. Οι αναφορές, που γίνονται στη Θεσσαλονίκη είναι πολλές, ακόμη και όταν το θέμα του κεφαλαίου δεν είναι υποχρεωτικά η πόλη μας. Ο Χαραλάμπους μιλάει κυρίως για το Φραγκομαχαλά, τον Βαρδάρη και τις παραβαρδάριες περιοχές, καθώς και για την Άνω Πόλη. Αυτές ήταν πάντα οι γειτονιές, που γοήτευαν τον συγγραφέα, μαζί με τη θάλασσα, το ηλιοβασίλεμα στο Θερμαϊκό και τη δύναμη του Βαρδάρη του ανέμου. Το 9ο κεφάλαιο διαφέρει κάπως, καθώς είναι μια επιστολή του Κώστα Ταχτσή προς τον Χαραλάμπους. Το 7ο κεφάλαιο είναι μια ξεχωριστή ιστορική περιγραφή του βομβαρδισμού της πόλης από τους Άγγλους τον Σεπτέμβριο του 1944, ενώ το 6ο κεφάλαιο μιλάει για τον Αλκή Πετσά, μια ξεχωριστή φυσιογνωμία της περιοχής της Μπάρας του Μεσοπολέμου. Από το 11ο έως το 13ο κεφάλαιο τα κείμενα αποτελούν έναν συνδυασμό ιστορίας και λογοτεχνίας για τη Θεσσαλονίκη για θέματα, που ελάχιστα πράγματα θα διαβάσετε σε άλλα βιβλία. Αν και αναφέρομαι σε κάποια μόνο κεφάλαια, τα υπόλοιπα έχουν επίσης ενδιαφέρον, αν και εξαιτίας του ιδιαίτερα προσωπικού και οικογενειακού χαρακτήρα τους ίσως κουράσουν κάπως τον αναγνώστη.

Στα παραρτήματα υπάρχουν τρεις μελέτες του συγγραφέα, οι δύο είναι αφιερωμένες στον Φραγκομαχαλά της πόλης, ενώ το τρίτο μιλάει για τον Μαξ Ρούμπενς, έναν από τους σπουδαιότερους αρχιτέκτονες, με πολλά κτίρια της πόλης να φέρουν την υπογραφή του.

Προσωπικά το βιβλίο μου άρεσε πολύ. Ο Χαραλάμπους υπήρξε ένας άνθρωπος, που αγάπησε βαθιά τη Θεσσαλονίκη και η πόλη επηρέασε πολύ μεγάλο μέρος του έργου του. Λογοτεχνικά και ιστορικά έχει προσφέρει πολλά πράγματα, αλλά ακόμη η συνεισφορά του δεν έχει αξιολογηθεί όπως θα της έπρεπε. Το βιβλίο αυτό δεν κυκλοφορεί πια, θα το βρείτε σε παλαιοβιβλιοπωλεία.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Συγγραφείς, ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μάριος Μαρίνος

Αναμνήσεις από μια Θεσσαλονίκη, που έφυγε (Β’)

001

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Θεσσαλονίκη, αυτά που δεν ξεχνιούνται

Συγγραφέας: Στράτος Σιμιτζής

Έκδοση: University Studio Press (2005)

ISBN: 960-12-1390-2

Τιμή: Περίπου €12

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Πριν λίγο καιρό είχε παρουσιαστεί στη Vivlioniki το πρώτο βιβλίο του Στράτου Σιμιτζή με τις αναμνήσεις του από την παλιά Θεσσαλονίκη. Το βιβλίο της σημερινής ανάρτησης θα μπορούσε να θεωρηθεί και συνέχεια του πρώτου έργου του Σιμιτζή, καθώς έχει παρόμοιο θέμα.

Η έκδοση είναι απλή και όμορφη. Αρκετές φωτογραφίες, χωρίς να ξέρω όμως την προέλευσή τους, τις περισσότερες δεν τις έχουμε δει ξανά σε άλλα βιβλία. Και σε αυτό το έργο το υλικό έχει ταξινομηθεί σωστά, οπότε η ανάγνωση είναι εύκολη.

Και σε αυτό το βιβλίο του Σιμιτζή το νοσταλγικό ύφος είναι ιδιαίτερα έντονο, ίσως περισσότερο και από το πρώτο βιβλίο, που είδαμε. Οι προσωπικές του αναμνήσεις είναι κυρίαρχες, με αποτέλεσμα η γραφή να είναι αυθόρμητη, μοιάζει σαν μια κουβέντα με τον συγγραφέα. Όπως έγραψα και πριν το βιβλίο θα μπορούσε να αποτελεί μια συνέχεια ή συμπλήρωση του έργου «Κάποτε στη Θεσσαλονίκη».

Τα κεφάλαια του βιβλίου ταξινομούν το υλικό του συγγραφέα με τρόπο, που κάνουν το έργο ευκολοανάγνωστο. Εδώ έχουμε περισσότερο να κάνουμε με αναμνήσεις σχετικά με την κοινωνική δραστηριότητα των Θεσσαλονικέων της εποχής του ’50 και του ’60. Υπάρχει ένα κεφάλαιο με αναφορές σε έπιπλα και σκεύη, που σήμερα έχουν χαθεί, αλλά παλαιότερα ήταν συνηθισμένα στα σπίτια της πόλης. Ενδιαφέρον έχει και το κεφάλαιο με παλιά επαγγέλματα της πόλης, όπως και το κεφάλαιο με τον τελευταίο καροποιό κάπου στην Άσσηρο. Τα κεφάλαια για τις επισκέψεις, τα ραντεβού και τις ανθρώπινες σχέσεις, τη μόδα, τα νεανικά πάρτι και την ανατροφή των παιδιών θα θυμίσουν στους αναγνώστες σκηνές από ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Πράγματα τόσο μακρινά από τη σημερινή εποχή, αλλά αν ρωτήσουμε τους γονείς ή τους παππούδες μας θα τα θυμούνται ως καθημερινά βιώματα. Το πιο ενδιαφέρον ίσως κομμάτι όμως του βιβλίου είναι το 21ο κεφάλαιο, που μιλάει για τα μέσα ενημέρωσης. Από αυτό το κεφάλαιο ξεχωρίζει η αναφορά στην πρώτη τηλεοπτική εκπομπή στην Ελλάδα, που έγινε από ένα μικρό στούντιο στη ΔΕΘ. Ο συγγραφέας αντλεί υλικό από το βιβλίο του Μάνου Ιατρίδη με τίτλο «Η πρώτη δοκιμή» και οι φωτογραφίες, που συνοδεύουν το κείμενο είναι πολύ σημαντικές.

Προσωπικά το βιβλίο μου άρεσε. Αν σκοπός τέτοιων βιβλίων είναι η μεταφορά του κλίματος μιας άλλης εποχής, ο Σιμιτζής το καταφέρνει πολύ καλά. Οι πιο μεγάλοι αναγνώστες θα έχουν πολλά να θυμηθούν από τα όσα περιγράφει ο συγγραφέας, ενώ οι νεότεροι έχουν πολλά να μάθουν. Σίγουρα το γεγονός ότι ο Σιμιτζής μιλάει για ό,τι αυτός θυμάται προσδίδει στο κείμενο μια έντονη υποκειμενικότητα, αλλά το βιβλίο δεν έχει σκοπό να αποτελέσει ένα ιστορικό δοκίμιο ή μια ακαδημαϊκή μελέτη. Περισσότερο έχει σκοπό να μείνει κάπου γραμμένο το αποτύπωμα του παρελθόντος.

Σχολιάστε

Filed under Συγγραφείς, ΣΙΜΙΤΖΗΣ, Στράτος

Η ιστορία των Δημήτριων από την αρχαιότητα έως σήμερα

img045

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Δημήτρια, ένας θεσμός μέσα στο χρόνο

Συγγραφέας: Βαγγέλης Λαδόπουλος

Έκδοση: Βάνιας (1989)

ISBN: –

Τιμή: –

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Φαντάζομαι ότι οι περισσότεροι Θεσσαλονικείς έχουν ακούσει για τα Δημήτρια, τις εκδηλώσεις, που οργανώνονται στην πόλη μας κάθε Οκτώβριο. Κατά την περίοδο της Βυζαντινής Θεσσαλονίκης πάντως τα Δημήτρια ήταν η μεγαλύτερη γιορτή της πόλης, καθώς συνδύαζαν τον εορτασμό του πολιούχου της Θεσσαλονίκης με εμπορικές και πολιτιστικές δραστηριότητες. Το βιβλίο της σημερινής ανάρτησης μιλάει για την ιστορία αυτού του θεσμού, διατρέχοντας σχεδόν όλες τις ιστορικές περιόδους της πόλης.

Η έκδοση είναι απλή χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο. Χάρτινο εξώφυλλο, που απεικονίζει το μαρτύριο του Αγίου Δημητρίου. Λίγες φωτογραφίες σε κακή ανάλυση στο τέλος του βιβλίου, όπου υπάρχουν η βιβλιογραφία και κάποιες σημειώσεις. Στην αρχή του βιβλίου υπάρχει ένας χρονολογικός πίνακας, ενώ στο τέλος υπάρχει το πρόγραμμα κάποιων Δημητρίων, του 1966 (η πρώτη διοργάνωση), του 1970, του 1973, του 1985 και του 1988 (τα τελευταία πριν εκδοθεί το βιβλίο).

Το βιβλίο χωρίζεται σε 4 μέρη, τα οποία ακολουθούν μια χρονολογική σειρά, από τη δημιουργία της Θεσσαλονίκης έως τις σύγχρονες ημέρες (να έχετε υπόψη ότι το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1989.

  • Το πρώτο μέρος έχει τίτλο «Πριν τη μεγάλη ακμή» και ξεκινάει από τη γένεση της πόλης έως τις αρχές του 14ου αιώνα. Εδώ γίνονται αναφορές στους Καβείρους, θεότητες, που λατρεύονταν στη Θεσσαλονίκη και προς τιμήν των οποίων διοργανώνονταν κάθε 4 χρόνια τα Καβείρια, γιορτές με εμπορικό και θρησκευτικό χαρακτήρα. Ο θεός Κάβειρος για τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης ήταν έφιππος, με λευκή χλαμίδα και στρατιωτική περιβολή και προστάτευε την πόλη από τους εχθρούς και πολεμούσε μαζί με τους κατοίκους. Η εικόνα αυτή θα διατηρηθεί στη μνήμη των Θεσσαλονικέων και μετά από αιώνες, όταν τη θέση του Κάβειρου θα πάρει ο Άγιος Δημήτριος. Στο μέρος αυτό υπάρχουν επίσης στοιχεία για τη λατρεία του Αγίου Δημητρίου, αλλά και για τα Δημήτρια της Βυζαντινής περιόδου, για τα οποία μαθαίνουμε κάποια πράγματα στο γνωστό διάλογο μεταξύ του Τιμαρίωνα και του του Κυδίωνα, όπου τα Δημήτρια παρομοιάζονται με τα Παναθήναια των Αθηνών και τα Πανιώνια της Μιλήτου.
  • Το δεύτερο μέρος έχει τίτλο «Η μεγάλη ακμή 1300-1430 μ.Χ.» και μιλάει για την ανάπτυξη της πόλης σε αυτήν την περίοδο, η οποία είναι γνωστή και ως «Χρυσός Αιώνας της Θεσσαλονίκης». Ενώ το Βυζάντιο αργοσβήνει και χάνει την αίγλη του, η Θεσσαλονίκη γνωρίζει μια ανάπτυξη στο εμπόριο, αλλά κυρίως στις τέχνες και τα γράμματα. Στην πόλη συγκεντρώνονται λόγιοι και φιλόσοφοι της εποχής, οι οποίοι μελετούν την αρχαία ελληνική γραμματεία. Την ίδια περίοδο θα γίνει και το Κίνημα των Ζηλωτών, μια επανάσταση, που αντίστοιχή της θα κάνει να δει η Ευρώπη περίπου 500 χρόνια. Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο τα Δημήτρια εξακολουθούν να αποτελούν έναν ξεχωριστό θεσμό. Πολύ ενδιαφέρον στο μέρος αυτό είναι οι αναφορές, που γίνονται σχετικά με το τελετουργικό της περιφοράς του κιβωτίου με τα οστά του Αγίου Δημητρίου, καθώς και η αναφορά στο τελετουργικό των εκκλησιαστικών λειτουργιών.
  • Το τρίτο μέρος έχει τίτλο «Η Τουρκοκρατία» και μιλάει για την περίοδο από την άλωση της πόλης το 1430 έως το 1912 και την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης. Σε αυτήν την περίοδο φυσικά δεν υπήρχαν Δημήτρια, αλλά γίνονται κάποιες αναφορές στις προσπάθειες διατήρησης του πνευματικού κόσμου της πόλης.
  • Το τέταρτο μέρος έχει τίτλο «Η αναγέννηση του θεσμού των Δημητρίων» και περιγράφει την περίοδο από το 1912 έως τις σύγχρονες μέρες. Ουσιαστικά αυτό, που είναι πιο κοντά θεσμικά στα Δημήτρια του παρελθόντος είναι η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης και όχι τα Δημήτρια, όπως αυτά γιορτάζονται σήμερα. Η ΔΕΘ ξεκίνησε τη λειτουργία της το 1926 και αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για την πόλη, με τεράστια επιτυχία, που ούτε οι ιδρυτές της μάλλον δεν φαντάζονταν. Τα Δημήτρια, όπως εμείς τα ξέρουμε, ξεκίνησαν το 1966 υπό την αιγίδα και την οργάνωση του ΕΟΤ και αρχικά είχαν σκοπό την ανάδειξη του Βυζαντινού πολιτισμού. Στη συνέχεια ο Δήμος Θεσσαλονίκης θα αναλάβει τη διοργάνωσή τους, όπου έχουμε μόνο πολιτιστικές δραστηριότητες.

Βρήκα το βιβλίο ενδιαφέρον, κυρίως για τις αναφορές του στο παρελθόν. Δεν μιλάμε για ένα κείμενο, το οποίο θα μπει σε πολλές λεπτομέρειες, αλλά ο αναγνώστης θα λάβει μια γενική εικόνα της διαχρονικής σημασίας του θεσμού, άσχετα αν λίγα πράγματα θυμίζουν τα παλιά Δημήτρια. Αυτό, που αναδεικνύεται νομίζω είναι η συνέχιση μιας μακραίωνης ιστορίας, που ξεκινά από τα Καβείρια της αρχαιότητας, συνεχίζεται με τα Δημήτρια του Βυζαντίου και σήμερα έχει τη μορφή της ΔΕΘ και των σύγχρονων Δημητρίων. Δεν θα το βρείτε σε βιβλιοπωλεία, παρά μόνο σε παλαιοβιβλιοπωλεία.

Σχολιάστε

Filed under ΛΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Βαγγέλης, Συγγραφείς

Αναμνήσεις από μια Θεσσαλονίκη, που έφυγε

001

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Κάποτε στη Θεσσαλονίκη

Συγγραφέας: Στράτος Σιμιτζής

Έκδοση: University Studio Press (2007)

ISBN: 978-960-12-1012-4

Τιμή: Περίπου €12

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Η ιστορία της Θεσσαλονίκης δεν είναι μόνο τα μεγάλα γεγονότα, τα οποία συνέβησαν στην πόλη. Σίγουρα αυτά θα είναι τα πιο γνωστά, τα πιο μελετημένα και θα ελκύουν τους ερευνητές για να τα εξετάσουν. Παράλληλα όμως με αυτά, υπάρχουν πάρα πολλές μικρές ιστορίες, άνθρωποι και περιστατικά, που δίνουν στην πόλη κομμάτι από τη φυσιογνωμία της, βιώνουν τις αλλαγές του χρόνου, επηρεάζονται αλλά και (σπανιότερα) επηρεάζουν την ιστορική αφήγηση. Το βιβλίο της σημερινής ανάρτησης επικεντρώνεται σε πρόσωπα και γεγονότα της πόλης, που ήταν κομμάτι της καθημερινότητας της Θεσσαλονίκης, μέσα από τις αναμνήσεις του Στράτου Σιμιτζή.

Η έκδοση είναι απλή και όμορφη. Μου άρεσε το κολάζ στο εξώφυλλο. Πολλές φωτογραφίες συνοδεύουν το κείμενο, όλες ασπρόμαυρες. Έγινε σωστή ταξινόμηση του υλικού, με αποτέλεσμα το βιβλίο να διαβάζεται εύκολα και ξεκούραστα. Το έργο κυκλοφόρησε αρχικά το 2001, αλλά στα βιβλιοπωλεία θα βρείτε την ανατύπωση του 2007.

Ο Σιμιτζής δεν είναι λογοτέχνης ή ιστορικός. Ανήκει μαζί με τους Ζησιάδη, Τομανά, Σταμπουλή, Περπερή, Καριπίδη και πολλούς άλλους, που δεν μου έρχονται άμεσα στο νου, σε μια κατηγορία συγγραφέων, οι οποίοι κατέγραψαν το παρελθόν της πόλης ή στοιχεία αυτού, μέσα από τα προσωπικά τους βιώματα. Τα βιβλία αυτού του είδους έχουν μεγάλη αξία, καθώς διέσωσαν πολλές μικρές ψηφίδες της κοινωνικής και οικονομικής διαστρωμάτωσης της Θεσσαλονίκης, ενώ προσέφεραν σημαντικά στοιχεία στην τοπογραφία της πόλης μας. Πρόκειται για έργα, τα οποία δεν είναι ιστορικές μελέτες, αλλά οι ιστορικοί μπορούν να τα χρησιμοποιούν για αναζήτηση υλικού και εύρεση πληροφοριών.

Ο Σιμιτζής γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και μεγάλωσε στο κέντρο της. Αρχικά έμενε σε πολυκατοικία επί της Δεσπεραί και στη συνέχεια σε πολυκατοικία της Στρατηγού Καλλάρη. Χρονικά κινείται από τα χρόνια της Κατοχής έως και τη δεκαετία του ’50, στα νεανικά και εφηβικά του χρόνια δηλαδή, χωρίς όμως να υπάρχει αυστηρότητα τήρησης αυτού του χρονικού πλαισίου, μοιραία γίνονται αναφορές στο πριν, αλλά και στο σήμερα. Οι μνήμες αυτής της ηλικίας είναι, που μένουν σε έναν άνθρωπο πιο έντονα και ο Σιμιτζής είχε την «τύχη» να μεγαλώσει σε μια ιστορική περίοδο με μεγάλες αλλαγές, δυστυχίες, πολέμους, καταστροφές, αλλά και αισιοδοξία για ένα καλύτερο αύριο. Οι άνθρωποι και η πόλη, που περιγράφει δεν έχουν σχέση με το σήμερα και είναι πραγματικά περίεργο, καθώς χρονικά απέχουμε λίγα χρόνια. Το αποτύπωμα όμως αυτών των χρόνων έχει μείνει και πολλές φορές βλέπουμε στην καθημερινότητά μας κομμάτια, που συνδέουν το σήμερα με το χθες.

Το μεγαλύτερο κομμάτι του βιβλίου βασίζεται σε προσωπικές εμπειρίες του συγγραφέα. Σίγουρα θα έχει γίνει και κάποιου είδους έρευνα, αλλά από το λόγο και το ύφος του βιβλίου φαίνεται πως πρόκειται για μία εξομολόγηση ή καλύτερα για μια εξιστόρηση, που θα έκανε ένας ηλικιωμένος σε κάποιον νεώτερο. Η νοσταλγία είναι ιδιαίτερα έντονη, όπως άλλωστε στα περισσότερα κείμενα, όπου ο συγγραφέας καταφεύγει στις μνήμες των νεανικών και εφηβικών του χρόνων.

Το υλικό του βιβλίου ταξινομείται σε 18 κεφάλαια, στα οποία περιγράφονται γνωστές και άγνωστες πτυχές του κόσμου της Θεσσαλονίκης. Τα πρώτα 7 κεφάλαια θα τα έλεγα πιο αυτοβιογραφικά, καθώς ο Σιμιτζής μιλάει για τις γειτονιές, που μεγάλωσε, το δημοτικό σχολείο στο οποίο πήγαινε (1ο Δημοτικό Α’ Περιφέρειας, γνωστό και ως «Γρηγορίου» από το όνομα του διευθυντή του), το Κολέγιο Ανατόλια στο οποίο έκανε γυμνάσιο και λύκειο (φαντάζομαι το εξατάξιο, που λέγανε παλιά) και τις αναμνήσεις του από τον προσκοπισμό. Το 8ο κεφάλαιο δίνει πολλές πληροφορίες για τα καραβάκια, που μετέφεραν παλαιότερα τον κόσμο στις παραλίες της Περαίας και της Αγίας Τριάδας. Εξαιρετικό το 9ο κεφάλαιο, στο οποίο ο συγγραφέας θυμάται δύο από τους πιο γνωστούς τόπους μάζωξης της εποχής, την «Εκάλη» και την «Πεταλούδα». Ξεχώρισα επίσης το 12ο κεφάλαιο, που είναι αφιερωμένο στο τραμ της πόλης, το 13ο, που μιλάει για τον θρύλο του Φλόκα, το 14ο, που αναφέρεται στο μοναδικό restaurant Όλυμπος-Νάουσα, το 16ο, που μιλάει για το καφέ-Ντορέ. Ενδιαφέρον έχουν όμως και τα δύο τελευταία κεφάλαια του βιβλίου, που είναι αφιερωμένα σε δύο προσωπικότητες του αθλητισμού στην πόλη, τον Συμεών Μαυροσκούφη (από τους πρωτοπόρους γυμναστές στην πόλη μας) και τον Κώστα Περλάτο (σπουδαίος δάσκαλος της πυγμαχίας στη Θεσσαλονίκη).

Προσωπικά το βιβλίο μου άρεσε. Μπορεί αρκετά από τα πράγματα, που αναφέρονται να τα γνώριζα εξαιτίας της ενασχόλησής μου με τα βιβλία για την πόλη μας, αλλά υπάρχουν και πολλά, που έμαθα από τα κείμενα του Σιμιτζή (πχ δεν γνώριζα τίποτα για τον Περλάτο, ούτε ήξερα πολλές λεπτομέρειες για τα καραβάκια). Τον τελευταίο καιρό, που μεγαλώνει το ενδιαφέρον των Θεσσαλονικέων για την πόλη τους και την ιστορία τους, νομίζω ότι το βιβλίο αυτό αποτελεί μια πολύ καλή αρχή για να ξεκινήσει κάποιος από κάπου να μαθαίνει πράγματα. Σίγουρα θα συγκινήσει ιδιαίτερα παλιούς Θεσσαλονικείς, που έζησαν και γνώρισαν όσα περιγράφονται στις σελίδες, αλλά πιστεύω ότι είναι ένα χρήσιμο έργο και για τους νεότερους.

1 σχόλιο

Filed under Συγγραφείς, ΣΙΜΙΤΖΗΣ, Στράτος

Μια ιστορική βόλτα στα Λουλουδάδικα, το Μοδιάνο, το Καπάνι και τα πέριξ αυτών

001

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Το ιστορικό κέντρο Θεσσαλονίκης με επίκεντρο τα Ανθοπωλεία

Συγγραφέας: Νικόλαος Γηράσης

Έκδοση: Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης (2006)

ISBN: 960-88595-5-7

Τιμή: Περίπου €8

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Προσωπικά μου αρέσουν πολύ τα βιβλία, που γράφουν άνθρωποι, οι οποίοι δεν είναι λογοτέχνες ή επαγγελματίες συγγραφείς και οι οποίοι απλά μοιράζονται μαζί μας τις μνήμες τους από μια εποχή ή μια περιοχή. Το βιβλίο της σημερινής ανάρτησης μας ταξιδεύει πίσω στα χρόνια από το 1950 έως το 1965 και σε μια περιοχή, που εκτείνεται γύρω από τα «ανθοπωλεία» του τίτλου ή πιο γνωστά σε όλους μας ως «Λουλουδάδικα».

Η έκδοση είναι απλή χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο. Κάποιες φωτογραφίες συνοδεύουν το κείμενο. Βιβλιογραφικά στοιχεία υπάρχουν στο τέλος του βιβλίου. Προλογίζουν ο παλαιός δήμαρχος Θεσσαλονίκης Βασίλης Παπαγεωργόπουλος και ο τότε αντιδήμαρχος πολιτισμού Βασίλης Γάκης.

Το κύριο μέρος του βιβλίου χωρίζεται σε 3 μέρη:

  • Στο πρώτο μέρος ο Γηράσης γράφει κάποια διηγήματα, τα οποία είναι αληθινές ιστορίες δοσμένες με λογοτεχνική μορφή, σαν αφηγήματα. Μέσα σε αυτές παρουσιάζεται ο κόσμος της εποχής εκείνης και η γειτονιά γύρω από τα Λουδουδάδικα, που εκτείνεται από την Αριστοτέλους έως τη Βενιζέλου και από την Εγνατία έως την παραλία. Καπάνι, Μοδιάνο, Κομνηνών και Βασιλέως Ηρακλείου είναι ο πυρήνας του κόσμου, που περιγράφουν οι ιστορίες αυτές. Δεν μπορεί κανείς να τις χαρακτηρίσει και λογοτεχνικά διαμάντια, αλλά έχουν το ενδιαφέρον τους. Προσωπικά μου άρεσαν «Η ανεργία της δεκαετίας 1950», «Το Καπάνι», «Διάλογοι με τον Γιακώ» και «Το τραμ το τελευταίο».
  • Στο δεύτερο μέρος ο συγγραφέας θέλει να μιλήσει για τους δρόμους της περιοχής στην οποία αναφέρεται και τα κεφάλαια έχουν την προέλευση των ονομάτων των οδών (εκτός από την οδό Φραγκίνης). Γίνεται επίσης και μία σύντομη αναφορά στις συντεχνίες της πόλης ή εσνάφια (συνάφια), δομές, που εκπροσωπούσαν ομάδες εργαζομένων κατά την Οθωμανική περίοδο της πόλης κυρίως, αλλά και λίγο μετά.
  • Το τρίτο μέρος είναι και το κυρίως κομμάτι του βιβλίου. Μετά από έρευνα του συγγραφέα σε διάφορα αρχεία, βιβλία, αλλά και με οδηγό τις προσωπικές του μνήμες, ο αναγνώστης θα περπατήσει στους δρόμους γύρω από τα Λουδουδάδικα, στα στενά στο Καπάνι, αλλά και στην Ερμού, την Εγνατία, τη Βενιζέλου, την Αριστοτέλους, την Κομνηνών, την Βασιλέως Ηρακλείου, θα μπει στα κτίρια και θα μάθει πράγματα σχετικά με τους επαγγελματίες, που εργαζόντουσαν εκεί κατά την περίοδο 1950-1965 (χοντρικά). Υπάρχουν βέβαια και πιο σύγχρονες αναφορές. Το κεφάλαιο σχετικά με τον Μακεδονικό Αγώνα δεν έχω καταλάβει πώς συνδέεται με το υπόλοιπο κομμάτι του μέρους αυτού, αν εξαιρέσει κάποιος ότι η οδός Ασκητή πήρε το όνομά της από τον Θεόδωρο Ασκητή, υπάλληλο του Ελληνικού Προξενείου πριν το 1912, ο οποίος δολοφονήθηκε από Βούλγαρους κομιτατζήδες. Επίσης στο κεφάλαιο με τίτλο «Συγκρούσεις και προβλήματα του Κέντρου» υπάρχουν ενότητες για τον Κύριλλο και τον Μεθόδιο, για τους Ζηλωτές της Θεσσαλονίκης και τη Φεντερασιόν, που επίσης μου φαίνονται άσχετες με το θέμα. Τέλος πάντων διαβάζονται άνετα, χωρίς να κουράζουν.

Ο Γηράσης επιχειρεί να περιγράψει την περιοχή και να αφήσει στοιχεία για μελλοντική έρευνα, προσφέροντας στον αναγνώστη πολλά και σημαντικά πράγματα σχετικά με την τοπογραφία των Λουλουδάδικων και της πέριξ «συνοικίας». Ένας κόσμος, του οποίου η σημερινή εικόνα σίγουρα έχει αλλάξει, αλλά κρατά ακόμη τον χαρακτήρα της αγοράς. Το Γιαχουντί Χαμάμ έχει αναστηλωθεί και παρά το γεγονός ότι παραμένει κλειστό, έχει ομορφύνει την οδό Κομνηνών. Έγιναν πεζόδρομοι, τα μικρά κτίρια έδωσαν τη θέση τους σε πανύψηλα μέγαρα, τα μικρομάγαζα άλλαξαν όψη και ιδιοκτήτες. Πέρα όμως από τις αλλαγές, που φυσιολογικά φέρνει ο χρόνος, η περιοχή αυτή κρατάει αρκετά στοιχεία από το παρελθόν αναλλοίωτα και η ανάπλαση, που έγινε σεβάστηκε τις μυρωδιές, τα χρώματα, το παρελθόν.

Το βιβλίο δεν μπορεί βέβαια να χαρακτηριστεί ιστορικό, καθώς ο υποκειμενικός παράγοντας στην περιγραφή των γεγονότων είναι αρκετά έντονος σε κάποια σημεία. Και αν αυτό είναι κατανοητό για όσα συνέβησαν με τον συγγραφέα παρόντα, δεν δικαιολογείται όταν μιλάει για πράγματα όπως το Κίνημα των Ζηλωτών, η Επανάσταση των Νεότουρκων, τους Ντονμέδες κα.

Σε γενικές γραμμές το βιβλίο μου άρεσε. Κυρίως το κομμάτι αυτό, στο οποίο ο συγγραφέας επικεντρώνεται στο θέμα του, την περιοχή δηλαδή γύρω από τα Λουλουδάδικα, τον κόσμο της και τα γεγονότα, που συνέβαιναν εκεί σε μια περίοδο μικρή μεν (1950-1965), αλλά αρκετά κοντά μας χρονικά δε. Εμπλουτίζει τις γνώσεις μας σε τοπογραφικά ζητήματα της πόλης και αναδεικνύει ένα κομμάτι της Θεσσαλονίκης, οπότε και μόνο από αυτά μου φαίνεται θετικό το έργο του συγγραφέα. Ίσως μια ανανεωμένη έκδοση με περισσότερα στοιχεία και κυρίως φωτογραφικό υλικό θα ήταν ακόμη καλύτερη.

Σχολιάστε

Filed under ΓΗΡΑΣΗΣ, Νικόλαος, Συγγραφείς

Μικρό βιβλίο σχετικά με τις τοιχογραφίες της Νέας Παναγίας Θεσσαλονίκης

001

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Συντήρηση των τοιχογραφιών στο Ιερό Βήμα της Νέας Παναγίας Θεσσαλονίκης

Συγγραφέας: Ιωάννης Κανονίδης, Πελαγία Μάστορα

Έκδοση: Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Θεσσαλονίκης (2000)

ISBN: –

Τιμή: –

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Αν ρωτήσουν κάποιον σχετικά με τις εκκλησίες της Θεσσαλονίκης, το μυαλό του θα πάει πρώτα στην Αχειροποίητο, στην Αγία Σοφία, την Παναγία Χαλκεών ή σε κάποιον άλλον από τους ναούς, που χτίστηκαν κατά την περίοδο της Βυζαντινής Θεσσαλονίκης. Υπάρχουν όμως στην πόλη και υστεροβυζαντινοί ναοί, που χτίστηκαν δηλαδή κατά την περίοδο της Οθωμανικής Θεσσαλονίκης και οι οποίοι μπορεί να μην είναι τόσο μεγάλοι και λαμπροί όσο οι παλαιότεροί τους, αλλά έχουν το δικό τους ενδιαφέρον, τη δική τους ιστορία και ομορφιά. Το βιβλίο της σημερινής ανάρτησης μιλάει για έναν τέτοιο ναό αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, πιο γνωστό στους Θεσσαλονικείς ως Νέα Παναγία, που βρίσκεται στη γωνία Μητροπόλεως και Δημητρίου Γούναρη, στο κέντρο της πόλης.

Η έκδοση είναι απλή και όμορφη. Βιβλιογραφία και φωτογραφίες (έγχρωμες ευτυχώς όλες) υπάρχουν στο πίσω μέρος του βιβλίου. Την εποπτεία και την επιμέλεια του βιβλίου είχε αναλάβει ο πολύ γνωστός μας Χαράλαμπος Μπακιρτζής. Το βιβλίο ανήκει σε μια σειρά, που είχε κυκλοφορήσει παλαιότερα η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Θεσσαλονίκης με τίτλο «Τετράδια Αρχαιολογίας». Στο διαδίκτυο δεν βρήκα πολλά άλλα τεύχη, που να κυκλοφόρησαν, αυτό το βιβλίο πάντως ήταν το πρώτο της σειράς. Εντύπωση μου κάνει το γεγονός, ότι τα ονόματα των συγγραφέων δεν αναφέρονται στο εξώφυλλο, αλλά στον πρόλογο του Μπακιρτζή, δεν μπορώ να καταλάβω τη σκοπιμότητα αυτήν.

Το θέμα του βιβλίου είναι πάρα πολύ συγκεκριμένο, όπως άλλωστε το φανερώνει και ο τίτλος. Στις λίγες σελίδες του μικρού αυτού βιβλίου πάντως ο αναγνώστης μπορεί να βρει στοιχεία για την ιστορία του ναού, ο οποίος χτίστηκε το 1727 στη θέση μιας παλιάς βυζαντινής μονής, που είχε καεί το 1690. Στα μέσα του 19ου αιώνα έγιναν κάποιες εργασίες επέκτασης του ναού, ενώ το 1928 φτιάχτηκε το πρόπυλο με το κωδωνοστάσιο (το οποίο δεν άντεξε στο σεισμό του 1978). Οι τοιχογραφίες έγιναν και αυτές σε τρεις φάσεις, με την πρώτη να υπολογίζεται περίπου το 1730, η δεύτερη στα μέσα του 19ου αιώνα και η τρίτη μόλις το 1935. Προσπάθειες συντήρησης των τοιχογραφιών, αλλά και όλου του ναού, είχαν γίνει και στο παρελθόν, στο βιβλίο αυτό περιγράφονται οι ενέργειες και οι προσπάθειες, που έγιναν από τον Απρίλιο του 1998 έως τον Μάρτιο του 1999. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη, πως πολλές από της ζημιές στις τοιχογραφίες οφείλονται στην υγρασία, καθώς ο ναός φαίνεται να έχει χτιστεί στο επίπεδο της θάλασσας. Σκεφτείτε μόνο πού βρίσκεται σήμερα η θάλασσα και πού είναι η Νέα Παναγία!

Το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου έχει δυσκολίες στην κατανόηση για τον αναγνώστη, που δεν έχει εξειδικευμένες γνώσεις πάνω στην αρχιτεκτονική και τη συντήρηση έργων τέχνης. Προφανώς το βιβλίο αυτό δεν απευθύνεται στον μέσο αναγνώστη, αλλά σε αρχαιολόγους και ιστορικούς. Μπορεί όμως πιστεύω ο καθένας να κρατήσει κάποια ιστορικά στοιχεία αρκετά ενδιαφέροντα. Οι φωτογραφίες πάντως είναι σε καλή ανάλυση και βοηθούν αρκετά στην κατανόηση.

Ο λόγος, που μου άρεσε το βιβλίο είναι ότι μιλάει για έναν ναό, που ελάχιστοι μιλάνε για αυτόν, καθώς, όπως είπαμε και πριν, δεν έχει τη μεγαλοπρέπεια και την ομορφιά των βυζαντινών εκκλησιών της πόλης. Μου έδωσε δε και κίνητρο να παρατηρήσω τις τοιχογραφίες αυτές, κάποιες εκ των οποίων μοιάζουν σαν να δημιουργήθηκαν στην Παλαιολόγεια περίοδο. Αρκετά εξειδικευμένο έργο, αν θέλετε πιο γενικές γνώσεις μπορείτε να διαβάσετε κάποια άλλα βιβλία, όπως αυτό των Κουρκουτίδου-Νικολαΐδου και Τούρτα. ή το βιβλίο των Τσακτσίρα, Παπάνθιμου, Μάντζιου και Καλογήρου.

Σχολιάστε

Filed under ΚΑΝΟΝΙΔΗΣ, Ιωάννης, ΜΑΣΤΟΡΑ, Πελαγία, Συγγραφείς

Εθνικός Διχασμός και Κρίση σε ένα σύγχρονο μυθιστόρημα στη Θεσσαλονίκη του χθες και του σήμερα

img044

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Στο τέλος νικάω εγώ

Συγγραφέας: Σοφία Νικολαΐδου

Έκδοση: Μεταίχμιο (2017)

ISBN: 978-618-03-1236-2

Τιμή: Περίπου €15

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Ένας περίπου μήνας μας χωρίζει από τα Χριστούγεννα και μπαίνουμε στην περίοδο, που οι εκδοτικοί οίκοι θα μας χαρίσουν πολλές νέες κυκλοφορίες. Μία τέτοια είναι και το βιβλίο της σημερινής ανάρτησης. Πρόκειται για το τελευταίο έργο της Σοφίας Νικολαΐδου, εκπροσώπου της νεότερης γενιάς λογοτεχνών της Θεσσαλονίκης.

Η έκδοση είναι απλή, χωρίς κάτι το ιδιαίτερο. Μου άρεσε το πορτοκαλί χρώμα στο εξώφυλλο, καθώς και το γεγονός ότι στο πρόσθιο αυτί του βιβλίου η συγγραφέας επέλεξε μια φωτογραφία, όπου χαμογελάει. Χρησιμοποιήθηκε χαρτί Chamois των 100gr. Ευανάγνωστο κείμενο, ύλη ταξινομημένη σωστά, ώστε η ανάγνωση του μυθιστορήματος να μην κουράζει τον αναγνώστη. Το Μεταίχμιο έχει βγάλει αρκετά βιβλία σε αυτό το στιλ, που για λογοτεχνικό κείμενο και δη σύγχρονο μου φαίνεται όμορφο.

Την Νικολαΐδου στη Vivlioniki τη γνωρίσαμε μέσα από δύο άλλα της έργα, το «Απόψε δεν έχουμε φίλους«, που είχε κυκλοφορήσει το 2010 και το «Χορεύουν οι ελέφαντες«, που είχε κυκλοφορήσει το 2012. Υπήρχαν πρωταγωνιστές κοινοί και στα δύο βιβλία, οι οποίοι εμφανίζονται ξανά στο βιβλίο της σημερινής ανάρτησης. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι η συγγραφέας θέλει να κάνει μια τριλογία (εκτός κι αν υπάρξει και συνέχεια) και ακολουθεί την τακτική, που έχουν κυρίως οι συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων, όπου κρατάνε τον πρωταγωνιστή τον ίδιο και αλλάζουν την ιστορία και την υπόθεση.

Στα προηγούμενα βιβλία, που είδαμε στη Vivlioniki, η Νικολαΐδου εξέταζε κάποιες ιστορικές περιόδους της Θεσσαλονίκης, οι οποίες άφησαν τα σημάδια τους στην πόλη, μέσα από σημαντικά γεγονότα. Στους «Φίλους» έγραφε για το δωσιλογισμό της Κατοχής, στους «Ελέφαντες» έπιασε το θέμα της δολοφονίας του Πολκ. Αλλά δεν μπορεί κάποιος να πει ότι έγραφε ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά χρησιμοποίησε τα γεγονότα αυτά για να γράψει το μυθιστόρημά της. Επίσης τόσο στους «Φίλους», όσο και στους «Ελέφαντες» ο χρόνος της ιστορίας ήταν το σήμερα και το χθες, δύο ιστορίες παράλληλες ουσιαστικά, που τέμνονταν σε κάποια σημεία. Το ίδιο ακολούθησε και στο τελευταίο της έργο.

Το «Στο τέλος νικάω εγώ» μας ταξιδεύει χρονικά στο σήμερα, την εποχή της Κρίσης και στο χθες, στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του 1910 και πιο συγκεκριμένα από το 1912 έως το 1917. Μια παρέα νέων παιδιών, που μόλις τελείωσαν τις σπουδές τους, βρίσκεται στο μεγάλο δίλημμα για το πώς θα συνεχίσουν τις ζωές τους. Η Κρίση έχει επηρεάσει τις ζωές τους, αλλά και των γονιών τους. Πιο συγκεκριμένα βρισκόμαστε στο 2015, χρονιά με μεγάλες δυσκολίες για τη χώρα γενικά. Ένα πρόγραμμα σχετικά με τη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου θα τους φέρει κοντά, την Κορίνα, τον Μηνά, την Εβελίνα και τον Νίκο. Όλους τους είχαμε δει στα προαναφερθέντα έργα της Νικολαΐδου, όπως εκεί είχαμε δει και τον Μαρίνο Σουκιούρογλου, έναν φιλόλογο, του οποίου τη ζωή παρακολουθούμε στα έργα της Νικολαΐδου από τα φοιτητικά του χρόνια έως σήμερα, που είναι πλέον στα 50 του χρόνια. Η συγγραφέας κάνει αναφορές για την Κρίση και το πώς αυτή επιβλήθηκε στη ζωή των ανθρώπων, στην αβεβαιότητα των νέων για το μέλλον, ενώ και εδώ ασχολείται με το χώρο του Πανεπιστημίου και τη βρομιά, που αυτό κρύβει, με τις άδικες κρίσεις προσωπικού, την κατασπατάληση πόρων, την δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία του χώρου. Οι σχέσεις γονέων και παιδιών επίσης αποτελεί θέμα του βιβλίου, με τις εκρήξεις, τις διαφωνίες, το «generation gap» (που λέγαμε και στο χωριό μου).

Πέρα όμως από το σήμερα, υπάρχει μια ιστορία, που διαδραματίζεται στο χθες, σε μια Θεσσαλονίκη, που τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση και έως τη Μεγάλη Πυρκαγιά του 1917, προσπαθεί να βρει νέα ταυτότητα, έχοντας να βιώσει τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο, την έλευση των στρατευμάτων της Αντάντ για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την καταστροφή της πόλης του 1917. Πρωταγωνιστές εδώ είναι πολλοί, ο Γιωργάκης (ζαχαροπλάστης και διάσημος για τις κρέμες του), ο Αναστάσης (ιδιοκτήτης καμπαρέ), η Παρί (από το Παρυσάτιδα, δουλεύει στο καμπαρέ του Αναστάση), ο Ντελαρισύ (Γάλλος γιατρός), ο Μαθιός Φαρούζος (Παλαιοελλαδίτης απότακτος χωροφύλακας), ο Ξενοφών (Κρητικός χωροφύλακας) και άλλοι. Η Θεσσαλονίκη λίγο μετά την απελευθέρωσή της δεν προλαβαίνει να ησυχάσει και έχει να αντιμετωπίσει τον Εθνικό Διχασμό, του οποίου ήταν το επίκεντρο, καθώς εδώ σχηματίστηκε η Προσωρινή Κυβέρνηση του Βενιζέλου με το Κίνημα της Εθνικής Αμύνης. Πέρα από αυτό όμως η Νικολαΐδου μεταφέρει και τον τρόπο, που οι Παλαιοελλαδίτες αντιμετώπιζαν τη Θεσσαλονίκη και τη Νέα Ελλάδα γενικότερα, αντιμετώπιση, που στο πέρασμα των χρόνων σίγουρα έχει αλλάξει, αλλά δεν έχει εξαλειφθεί. Η Νικολαΐδου δεν έχει σκοπό να παρουσιάσει τη Θεσσαλονίκη εκείνης της εποχής όπως πραγματικά ήταν, αφού από το κείμενο λείπουν σχεδόν εντελώς οι Εβραίοι και Οθωμανοί Θεσσαλονικείς.

Η συγγραφέας χρησιμοποιεί διαφορετικό τρόπο γραφής περιγράφοντας το σήμερα και το χθες, με το σήμερα να είναι πιο μοντέρνα η γραφή και το χθες να περιγράφεται με πιο κλασσικό αφηγηματικό τρόπο. Ενδιαφέρον το τέλος του βιβλίου, αν και δεν είναι το πιο δυνατό του κομμάτι. Οι χαρακτήρες της για όσους έχουν διαβάσει τους «Φίλους» και τους «Ελέφαντες» είναι πάνω κάτω γνωστοί και δεν μπαίνει στη διαδικασία να τους χτίσει από την αρχή, οπότε για κάποιον, που δεν έχει διαβάσει τα προηγούμενα έργα αυτό να φαίνεται για μειονέκτημα. Νομίζω πως θα μπορούσε να ανήκει και στα βιβλία για έφηβους.

Προσωπικά το βιβλίο μου άρεσε. Και εδώ, όπως και στους «Ελέφαντες» η Νικολαΐδου καταπιάνεται νομίζω με πολλά ζητήματα και θα προτιμούσα να αναπτυχθεί περισσότερο το χθες στο βιβλίο, αλλά αυτό είναι υποκειμενική κρίση. Το διάβασα πάντως ευχάριστα και ξεκούραστα, ίσως επειδή είχα γνώση των προηγούμενων έργων της. Θα το συνιστούσα για κάποιον, που είναι μεταξύ 16 και 22 ετών (αυθαίρετα τα όρια).

 

Σχολιάστε

Filed under ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ, Σοφία, Συγγραφείς

Η φωνή των αφανών μαρτύρων της Ιστορίας

img041

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Λούνα

Συγγραφέας: Ρίκα Μπενβενίστε

Έκδοση: Πόλις (2017)

ISBN: 978-960-435-586-0

Τιμή: Περίπου €15

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τα ιστορικά γεγονότα, αν και συνήθως αποτελούν αποφάσεις μιας μειοψηφίας, μπορούν να επηρεάσουν τις ζωές εκατομμύρια ανθρώπων. Οι περισσότεροι από αυτούς μπορεί να μην αναφερθούν ποτέ σε κάποιο σύγγραμμα ή σε μια μελέτη και η παρουσία τους αποδεικνύεται σε ξεχασμένα κρατικά αρχεία, που μπορεί ποτέ κανείς να μην κάτσει να διαβάσει. Το βιβλίο της σημερινής ανάρτησης έχει για επίκεντρο μία γυναίκα από τους «αφανείς», όπως τους χαρακτηρίζει η συγγραφέας, και μελετά την ιστορία μιας πόλης και ενός μέρους της (της Θεσσαλονίκης και των Εβραίων Θεσσαλονικέων) μέσα από το βίο της γυναίκας αυτής. Της Λούνα Ασσαέλ Γκατένιο.

Η έκδοση είναι άριστη, όπως όλες οι εκδόσεις, που έχω δει από τον οίκο Πόλις. Στο εξώφυλλο μια φωτογραφία του Christian Boltanski. Ευανάγνωστο κείμενο, σωστή ταξινόμηση υλικού, κάποιες λίγες φωτογραφίες, που συνοδεύουν το κείμενο. Στο τέλος υπάρχει ένα χρονικό, που ακολουθεί ιστορικά γεγονότα στη Θεσσαλονίκη και στον κόσμο παράλληλα με τη ζωή της Λούνα και οι σημειώσεις του κειμένου, που παίζουν και το ρόλο της βιβλιογραφίας.

Τη συγγραφέα την γνωρίσαμε στη Vivlioniki μέσα από το εξαιρετικό της βιβλίο «Αυτοί που επέζησαν«, το οποίο τιμήθηκε και με κρατικό βραβείο. Αλλά και τη Λούνα την είχαμε δει στη Vivlioniki, στο βιβλίο των Κούνιο-Αμαρίλιο και Ναρ με τις προφορικές μαρτυρίες επιζώντων του Ολοκαυτώματος.

Από τα κεφάλαια του βιβλίου, τα δύο πρώτα τα θεωρώ πρόλογο του βιβλίου («Αφανείς» και «Luna, sos tu?»), ενώ το τελευταίο το θεωρώ επίλογο («Yorando entre mozotros»). Τα υπόλοιπα έχουν για τίτλο τόπους, από τους οποίους πέρασε η Λούνα, τόπους όπου γράφτηκε ιστορία και η Λούνα ήταν εκεί για να την παρακολουθεί, να συμμετέχει σε αυτήν και να είναι μέρος της, αλλά να χάνεται στην ανωνυμία της μάζας, ίσως επειδή ήταν γυναίκα αμόρφωτη και φτωχή.

  • Το κεφάλαιο με τίτλο «Συνοικισμοί 151, Ρεζή Βαρδάρ, Βαρώνου Χιρς» μιλάει για τη ζωή της Λούνα πριν τον εκτοπισμό του 1943. Οι τοποθεσίες αυτές ήταν γειτονιές της πόλης με Εβραϊκό κυρίως πληθυσμό και η συντριπτική πλειοψηφία των Θεσσαλονικέων σήμερα δεν πρέπει να γνωρίζει πού βρίσκονταν. Η Λούνα γεννιέται στον 151 (το πότε είναι άγνωστο, αφού άλλα λένε τα επίσημα στοιχεία και άλλα η ίδια η Λούνα), μετακομίζει με τον άντρα της στο Ρεζή Βαρδάρ και λίγο πριν βρεθεί στα τρένα για το Άουσβιτς κλείνεται στου Βαρώνου Χιρς μαζί με χιλιάδες άλλους συμπολίτες μας. Η Μπενβενίστε χρησιμοποιεί για αφορμή τις αναφορές αυτές στη ζωή της Λούνα για να περιγράψει τη ζωή, τη δομή και τα χαρακτηριστικά της Εβραϊκής Κοινότητας της πόλης μας προπολεμικά, από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, στον Μεσοπόλεμο και έως το 1943, όταν και έγινε το Ολοκαύτωμα της πόλης μας. Ο αναγνώστης θα διαβάσει για πολλά και ενδιαφέροντα γεγονότα, που συγκλόνισαν την πόλη μας (όπως η Μεγάλη Πυρκαγιά, ο εμπρησμός του Κάμπελ κα), σε μια αφήγηση, που μπορεί μεν να έχει πολλά νούμερα και στατιστικά, αλλά σε γενικές γραμμές είναι εύκολη. Η Μπενβενίστε κάνει λάθος όταν γράφει πως το Κάμπελ βρισκόταν μεταξύ της οδού Παπαναστασίου και του 151, το Κάμπελ βρισκόταν κοντά στην περιοχή, που σήμερα αποκαλούμε Βότση.
  • Το κεφάλαιο με τίτλο «Άουσβιτς, 40077» ακολουθεί τη Λούνα στο στρατόπεδο εξόντωσης του Άουσβιτς. Η Λούνα φεύγει με την πέμπτη αποστολή, στις 27 Μαρτίου του 1943 μαζί με το σύζυγό της. Το 40077 είναι το νούμερο, που της δίνουν στο στρατόπεδο και θα την ακολουθεί για μια ζωή, όχι μόνο στη μνήμη της, αλλά και στο χέρι της. Στο Άουσβιτς θα είναι μία από τις Ελληνίδες, που θα γίνουν πειραματόζωα και θα μείνουν για καιρό στο Μπλοκ 10, γνωστό σήμερα ως τόπο πειραμάτων, που έκαναν οι Γερμανοί σε γυναίκες. Η Μπενβενίστε εδώ ας παρουσιάζει πολλά στοιχεία για αυτό το Μπλοκ και τον τρόπο λειτουργίας του.
  • Το κεφάλαιο με τίτλο «Μπέργκεν-Μπέλσεν» μιλάει για τη ζωή της Λούνα στο στρατόπεδο αυτό, όταν οι Γερμανοί άδειασαν το Άουσβιτς στις αρχές του 1945. Εκεί η Λούνα θα μείνει έως τις 15 Απριλίου του 1945, όταν και Βρετανικές δυνάμεις θα απελευθερώσουν τους κρατούμενους.
  • Το κεφάλαιο με τίτλο «Οδός Συγγρού 37» μας μεταφέρει στο χώρο της σημερινής Συναγωγής Μοναστηριωτών, όπου εγκαταστάθηκαν πολλοί Εβραίοι Θεσσαλονικείς επιζώντες των στρατοπέδων εξόντωσης, οι οποίοι είναι σε άθλια κατάσταση, χωρίς περιουσία, χωρίς δικούς τους ανθρώπους, με έντονες ακόμη τις αναμνήσεις από τα στρατόπεδα. Προσωπικά βρήκα το κεφάλαιο αυτό το πιο ενδιαφέρον. Η Μπενβενίστε μιλάει εδώ για τις πρώτες προσπάθειες για αποκατάσταση αυτού του πλήθους, μέσα σε ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες για την Ελλάδα και την Ισραηλίτικη Κοινότητα της πόλης μας. Γενικά οι περισσότερες μελέτες έχουν επικεντρωθεί γύρω από το Ολοκαύτωμα και λίγα πράγματα έχουν γραφτεί (τουλάχιστον λίγα έχω βρει εγώ) σχετικά με το μετά του Ολοκαυτώματος. Η Λούνα θα μείνει για λίγο μόνο χρονικό διάστημα εκεί.
  • Το κεφάλαιο με τίτλο «Οδός Παρασκευοπούλου 3: Υπνωτήριο Αλλατίνι» μας μεταφέρει στους χώρους του παλιού ορφανοτροφείου Αλλατίνι, το οποίο υπάρχει ακόμη ως κτίριο, δυστυχώς εγκαταλελειμμένο. Εδώ η Λούνα θα μείνει έως τα τέλη της δεκαετίας του ’60, μαζί με άλλους Εβραίους Θεσσαλονικείς, οι οποίοι δεν είχαν κάπου να μείνουν ή δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να βρουν άλλη στέγη. Μιλάμε για μία περίοδο περίπου 15 χρόνων, όπου παρατηρείται σταδιακά μια βελτίωση των συνθηκών ζωής και της οικονομικής κατάστασης των Εβραίων Θεσσαλονικέων, με τη στήριξη τόσο διεθνών οργανισμών, όσο και της Κοινότητας. Και σε αυτό το κεφάλαιο η Μπενβενίστε μας λέει πάρα πολλά πράγματα για την αποκατάσταση των Εβραίων συμπολιτών μας, μέσα από δυσκολίες υλικής και ψυχολογικής φύσεως. Είναι η περίοδος, που πολλοί αποφασίζουν να μεταναστεύσουν σε άλλους τόπους (κυρίως ΗΠΑ και Ισραήλ), καθώς νιώθουν να έχουν κοπεί όλοι οι δεσμοί, που τους κρατούσαν με την πόλη μας.
  • Το κεφάλαιο με τίτλο «Οδός Σπάρτης 49 και οδός Σαρανταπόρου 19» αναφέρεται σε δύο πολυκατοικίες, στις οποίες έμεινε η Λούνα μετά, που έφυγε από το «υπνωτήριο» Αλλατίνι. Στην πόλη υπάρχει η αντιπαροχή, η ανάπτυξη, οι πολυκατοικίες, η οικονομική κατάσταση βελτιώνεται και η Λούνα μπορεί να πληρώνει ένα μικρό ενοίκιο και να ζει πλέον σε ένα δικό της χώρο. Για να γίνει αυτό πρέπει να περάσουν 25 ολόκληρα χρόνια μετά το τέλος του πολέμου. Η Μπενβενίστε εδώ περιγράφει τις διάφορες ενέργειες της Κοινότητας για αποκατάσταση των μελών της και τις προσπάθειες των Εβραίων Θεσσαλονικέων να ενταχτούν κι αυτοί σε ένα φυσιολογικό τρόπο ζωής, όσο μπορεί κάτι τέτοιο να είναι εφικτό, κουβαλώντας τις μνήμες του πολέμου ακόμη.
  • Το κεφάλαιο με τίτλο «Κίμωνος Βόγα 83: Γηροκομείο Σαούλ Μοδιάνο» μας μεταφέρει χρονικά στο 1982, όταν και η Λούνα έρχεται να μείνει εκεί. Σε έναν χώρο με άτομα, που έχοντας παράλληλες πορείες στη ζωή τους, μπορεί ο ένας να καταλάβει τον άλλον και τα όσα πέρασαν. Η φροντίδα, που θα έχουν αυτοί οι ηλικιωμένοι θα τους βοηθήσει στα δύσκολα χρόνια των γηρατειών.
  • Το τελευταίο κεφάλαιο έχει τίτλο «Σταυρούπολη: Το (νέο) Εβραϊκό Νεκροταφείο», ο τόπος, που θα φιλοξενήσει τη Λούνα μετά το 1998. Συγκινητική η φωτογραφία με τον τάφο της, που υπάρχει στο βιβλίο. Στα 90 περίπου χρόνια της η Λούνα έζησε μοναδικές στιγμές για την πόλη, μεγάλες τραγωδίες, αλλά κατάφερε να σταθεί στα πόδια της και να φτιάξει κάτι, το οποίο μπορεί να μην έμεινε στην Ιστορία, καθώς η τελευταία φύλαγε για τη Λούνα το ρόλο του θεατή. Η Μπενβενίστε εδώ μιλάει για το νεκροταφείο των Εβραίων Θεσσαλονικέων, το οποίο μετά από πολλούς αιώνες καταστράφηκε σε λίγους μήνες κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής.

Η συγγραφέας γνώριζε προσωπικά τη Λούνα. Πηγές της είναι οι προσωπικές μαρτυρίες της Λούνα, βιβλιογραφία ελληνική και ξένη και έρευνα σε αρχεία διαφόρων φορέων. Προσωπικά το κομμάτι, που μιλάει για τα όσα έγιναν μετά το τέλος του πολέμου μου φάνηκε και το πιο ενδιαφέρον, καθώς λίγα πράγματα γνωρίζουμε για το πώς έζησαν μεταπολεμικά οι επιζώντες του Ολοκαυτώματος. Ο αναγνώστης θα διαβάσει επίσης πολλά πράγματα για τον Εβραϊσμό της πόλης μας προπολεμικά, αλλά και για το Ολοκαύτωμα. Αν θέλει να εμβαθύνει, η βιβλιογραφία, που παρατίθεται θα τον βοηθήσει σε μεγάλο βαθμό.

Προσωπικά το βιβλίο μου άρεσε πολύ. Τόσο η δομή του, όσο και η γλώσσα και το υλικό του. Η Λούνα δεν έγραψε ιστορία, αλλά την έζησε ως πρωταγωνίστρια, ανώνυμη όπως εκατομμύρια άλλοι. Η Μπενβενίστε δίνει φωνή σε μια γυναίκα και την τοποθετεί στο ιστορικό πλαίσιο, όχι ως ένα στατιστικό νούμερο, αλλά ως έναν άνθρωπο με όνομα και επώνυμο, με ένα νούμερο στο βραχίονά της και πολλές εμπειρίες στο νου της. Η Λούνα είναι ο εκπρόσωπος όλων αυτών των ανθρώπων, που η Ιστορία αδικεί για διάφορους λόγους και δεν τους υπολογίζει. Η Λούνα γίνεται το μέσο για να μελετήσουμε το παρελθόν του τόπου μας για ένα διάστημα ενός αιώνα περίπου. Από τα βιβλία, που πιστεύω έχουν πολλά να πούνε και αξίζει να διαβαστούν και να συζητηθούν.

 

Σχολιάστε

Filed under ΜΠΕΝΒΕΝΙΣΤΕ, Ρίκα, Συγγραφείς

Στοιχεία από το παρελθόν του ιατρικού κόσμου στη Θεσσαλονίκη

001

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Μισός αιώνας με τον ιατρικό κόσμο της Θεσσαλονίκης

Συγγραφέας: Σταύρος Πολυζωίδης

Έκδοση: Ιατρικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης (1990)

ISBN: –

Τιμή: –

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Το βιβλίο της σημερινής ανάρτησης μας δίνει πολλά και σημαντικά στοιχεία για το ιατρικό παρελθόν της πόλης από το 1914 περίπου έως τα τέλη της δεκαετίας του ’80. Πρόκειται για μία έκδοση, που είχε κάνει ο Ιατρικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης, με σκοπό να αναδείξει την ιστορία του ιατρικού κόσμου της πόλης, όχι μόνο των γιατρών, αλλά και των νοσοκομείων, των διαφόρων νοσηλευτικών και ασφαλιστικών ιδρυμάτων κτλ.

Η έκδοση είναι απλή και λιτή. Το εξώφυλλο δεν με ενθουσίασε, είναι ένα κολάζ φωτογραφιών, στο οποίο κότσαραν και μια φωτογραφία από διαφήμιση αυτοκινήτων της Ford. Στο κείμενο υπάρχουν πολλές και ιδιαίτερα αξιόλογες φωτογραφίες. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχουν οι βιβλιογραφικές πηγές. Προλογίζει ο τότε πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Νικόλαος Αγγελίδης.

Ο συγγραφέας είχε γίνει μέλος του Ιατρικού Συλλόγου το 1939, το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1990, που σημαίνει ότι ο Πολυζωίδης έζησε για μισό αιώνα τα γεγονότα του ιατρικού κόσμου. Στις προσωπικές του εμπειρίες και γνώσεις πρόσθεσε την έρευνα στα αρχεία του Ιατρικού Συλλόγου, αλλά και άλλων φορέων και τελικά παρουσίασε ένα πολύ σημαντικό έργο, που αναδεικνύει διάφορες πτυχές του κόσμου της Ιατρικής στην πόλη μας.

Από τα διάφορα πράγματα, που γράφονται στο βιβλίο, ξεχωρίζω τα παρακάτω:

  • Το κεφάλαιο για τον Ιατρικό Σύνδεσμο, τον πρόγονο του Ιατρικού Συλλόγου στην πόλη μας, ο οποίος δημιουργήθηκε το 1914 και κράτησε για μία δεκαετία. Πρώτος πρόεδρος του Ιατρικού Συνδέσμου ήταν ο Γεώργιος Πεντζίκης. Στο κεφάλαιο αυτό υπάρχουν και αναφορές σε ονόματα κάποιων από τους παλαιούς ιατρούς στην πόλη μας.
  • Από τα πολλά, που γράφονται για την ιστορία του Ιατρικού Συλλόγου, κρατάω το όνομα του πρώτου προέδρου, του Θεμιστοκλή Σακελλαρίδη, το ότι πρόεδρος του συλλόγου υπήρξε από το 1975 έως το 1981 ένας από τους σημαντικότερους λογοτέχνες της πόλης μας, ο Περικλής Σφυρίδης, αλλά και ένα γεγονός, που αποδεικνύει ότι οι εμφύλιες διαμάχες μετά τον πόλεμο είχαν τις επιπτώσεις τους και στον ιατρικό κόσμο. Πιο συγκεκριμένα το 1938 είχαν γίνει οι τελευταίες εκλογές για την ανάδειξη προεδρείου του συλλόγου και πρόεδρος ήταν ο Γεώργιος Τζηρίδης. Στη συνέχεια λόγω πολέμου και Κατοχής δεν έγιναν εκλογές και τον Νοέμβριο του 1944, επί ΕΑΜοκρατίας, η Διοικούσα Επιτροπή του ΕΑΜ έπαυσε τη διοίκηση αυτή και μετά από εκλογές έβγαλε νέα διοίκηση του συλλόγου με πρόεδρο τον Λέανδρο Τατάκη, η οποία με τη σειρά της παύτηκε τον Φεβρουάριο του 1945, με το πέρας της ΕΑΜοκρατίας και επανήλθε η παλιά διοίκηση. Αξίζει να σημειωθεί ότι κανένα από τα μέλη της διοίκησης του Ιατρικού Συλλόγου κατά την ΕΑΜοκρατία δεν βρέθηκε στη διοίκηση του Συλλόγου στη συνέχεια.
  • Ενδιαφέρον παρουσιάζει το κεφάλαιο για την Ιατρική Σχολή του ΑΠΘ, η οποία ιδρύθηκε το 1942, με πρώτο Κοσμήτορα τον Κάρολο Αλεξανδρίδη. Εδώ υπάρχουν και κάποια στοιχεία για την Οδοντιατρική Σχολή της πόλης.
  • Το κεφάλαιο για τα νοσοκομεία και τις κλινικές της Θεσσαλονίκης έχει κάποια γενικά στοιχεία για τα ιδρύματα αυτά. Βέβαια δεν υπάρχουν στοιχεία για το Νοσοκομείο Παπαγεωργίου, το οποίο δεν είχε χτιστεί ακόμη το 1990 όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο.

Στο έργο υπάρχουν και πολλά άλλα στοιχεία από τον ιατρικό κόσμο ή σχετιζόμενα με αυτόν, τα οποία έχουν το δικό τους ενδιαφέρον. Αναφέρονται σε όλο το βιβλίο πάρα πολλά ονόματα, τα οποία δεν νομίζω ότι υπάρχει αναγνώστης, που θα κάτσει να τα διαβάσει όλα. Σε γενικές γραμμές και με δεδομένο ότι ο συγγραφέας δεν είναι επαγγελματίας ιστορικός ή ερευνητής, νομίζω ότι έχει γίνει μια πολύ καλή δουλειά.

Το βιβλίο προσωπικά μου άρεσε. Προέρχομαι και από οικογένεια με πατέρα και αδερφό ιατρούς, οπότε είχα και ένα επιπλέον κίνητρο να το διαβάσω. Σίγουρα θα ενδιαφέρει Θεσσαλονικείς, που εργάζονται στον ιατρικό κλάδο και έχει να προσφέρει πολλά και σημαντικά στοιχεία για το παρελθόν αυτού του τομέα, ενώ παράλληλα προσφέρει και ιστορικές στιγμές της Θεσσαλονίκης. Δεν κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία, αλλά νομίζω ότι σχετικά εύκολα θα το βρείτε σε κάποιο παλαιοβιβλιοπωλείο.

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΛΥΖΩΙΔΗΣ, Σταύρος, Συγγραφείς

Γνωστά και άγνωστα γεγονότα από τη δράση του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ στην κατοχική Θεσσαλονίκη

img040

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Οι αντάρτες δεν προσκυνούν

Συγγραφέας: Τάσος Κατσαρός

Έκδοση: Διάδοση (2017)

ISBN: –

Τιμή: Περίπου €14

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Το βιβλίο της σημερινής ανάρτησης μας ταξιδεύει πίσω στα χρόνια της Κατοχής, κυρίως, σε μια χρονική περίοδο, κατά την οποία η Θεσσαλονίκη βίωσε μερικές από τις χειρότερες μέρες της κατά τον 20ο αιώνα. Αντικείμενο του βιβλίου είναι η παρουσίαση της δράσης του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ στην πόλη μας, από το 1941 έως το 1944, όπως τουλάχιστον αναφέρει ο υπότιτλος του βιβλίου.

Η έκδοση είναι απλή. Υπάρχουν κάποιες φωτογραφίες στο βιβλίο. Το κείμενο, μου φάνηκε πυκνό και ίσως θα μπορούσε να ταξινομηθεί καλύτερα. Αν και κυκλοφόρησε πρόσφατα, δεν υπάρχει ISBN για τον τίτλο, δεν γνωρίζω τον λόγο. Παρά το γεγονός επίσης, ότι πρόκειται κυρίως για μία βιβλιογραφική ανασκόπηση, δεν υπάρχει κάπου η βιβλιογραφία συγκεντρωμένη (αναφέρονται στο βιβλίο βέβαια κάποιες πηγές), ούτε η προέλευση των φωτογραφιών. Ο τίτλος του βιβλίου δόθηκε από σύνθημα, που είχε γραφτεί σε τοίχο στην Αθήνα.

Τον συγγραφέα τον είχαμε γνωρίσει μέσα από ένα άλλο βιβλίο του σχετικό με τη δράση της ΟΠΛΑ στη Θεσσαλονίκη και τη δίκη των μελών της μεταπολεμικά. Το βιβλίο εκείνο ήταν μια ιδιωτική έκδοση, ποιοτικά χειρότερη από το έργο, το οποίο παρουσιάζεται σήμερα.

Στο βιβλίο περιγράφονται κυρίως οι δράσεις του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ στη Θεσσαλονίκη (τόσο μέσα στην πόλη, όσο και στα περίχωρα) κατά την περίοδο της Κατοχής. Κάποια γεγονότα είναι γνωστά, κάποια άλλα όχι και τόσο. Ο συγγραφέας βασίστηκε κυρίως σε αναφορές από άλλα βιβλία καθώς και σε προφορικές μαρτυρίες κάποιων ανθρώπων. Το υλικό είναι μεν πολύ, αλλά όπως είπαμε και προηγουμένως δεν ταξινομήθηκε σωστά. Ακολουθείται γενικά μια χρονολογική σειρά, από την ίδρυση της πρώτης αντιστασιακής ομάδας στη Θεσσαλονίκη, αλλά και στην Ελλάδα γενικότερα, με το όνομα «Ελευθερία», η οποία ιδρύθηκε στις 15 Μαΐου 1941, έως την απελευθέρωση της πόλης και τη Μάχη του Κιλκίς μεταξύ του ΕΛΑΣ και των υπολειμμάτων των Ταγμάτων Ασφαλείας στις 4 Νοεμβρίου 1944. Υπάρχουν πάρα πολλές λεπτομέρειες, τόσο σε ονόματα, όσο και σε τοποθεσίες. Ενδιαφέρον ιδιαίτερο παρουσιάζει το κεφάλαιο σχετικά με τους Γερμανούς στρατιώτες, οι οποίοι αυτομόλησαν και ενώθηκαν με τις ομάδες των ανταρτών, καθώς και πληροφορίες, που δίνονται για την περίοδο της ΕΑΜοκρατίας και για την οποία σχετικά λίγα πράγματα γνωρίζουμε.

Όπως και στο προηγούμενο βιβλίο του Κατσαρού, το υποκειμενικό στοιχείο στην αφήγηση των γεγονότων είναι ιδιαίτερα έντονο. Κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι πρόκειται για ένα καθαρά προπαγανδιστικό έντυπο βγαλμένο από τις σκοτεινές εποχές του Εμφυλίου Πολέμου. Ο Κατσαρός λίγο-πολύ πιστεύει ότι οι μόνοι, που αντιστάθηκαν κατά την περίοδο της Κατοχής ήταν ο ΕΛΑΣ και η ΟΠΛΑ, των οποίων τα λάθη και τα εγκλήματα τα δικαιολογεί ως άτυχες στιγμές. Γενικά στο βιβλίο υπάρχει προσπάθεια αγιοποίησης κάποιων ανθρώπων, ενώ η αφήγηση σε πολλά σημεία θυμίζει παραμύθι με τον καλό και τον κακό. Κινηματογραφικές είναι πολλές περιγραφές γεγονότων επίσης, ενώ έχει μια τάση να κρίνει άτομα και καταστάσεις, χωρίς καν να είναι σίγουρος ότι κάποιος είναι ένοχος ή όχι. Αυτό άλλωστε φαίνεται και από την τελευταία του παράγραφο στη σελ. 178, όπου αναφέρεται σε πιθανότητα «στατιστικού λάθους» όσον αφορά τα ονόματα και τις πολιτικές ταυτότητες των θυμάτων. Ειδικά για τον ρόλο της ΟΠΛΑ, επηρεασμένος ίσως και από τη συμμετοχή του πατέρα του στην οργάνωση αυτή, την παρουσιάζει ως μια οργάνωση, που μόνο καλό έκανε, δικαιολογώντας όλη τη δολοφονική της δράση. Τέλος η προσπάθεια για παραλληλισμό εκείνης της εποχής με τη σημερινή, προσωπικά μου φάνηκε ατυχέστατη.

Πέρα βέβαια από το προπαγανδιστικό ύφος, που μπορεί κάποιος να βρει στο κείμενο, υπάρχουν αρκετές αναφορές σε ιστορικά γεγονότα, τα οποία ο ιστορικός του μέλλοντος αξίζει να μελετήσει και να τα παρουσιάσει με επιστημονική τεκμηρίωση. Ο αναγνώστης θα διαβάσει για πολλά πράγματα και μπορεί αυτός να επιλέξει σε ποια από αυτά αξίζει να εμβαθύνει. Συνολικά το βιβλίο έχει ενδιαφέρον και αξίζει να διαβαστεί.

Σχολιάστε

Filed under ΚΑΤΣΑΡΟΣ, Τάσος, Συγγραφείς