Category Archives: ΚΑΛΑΪΤΖΗ-ΟΦΛΙΔΗ, Λένα

Η μεταπολεμική Θεσσαλονίκη μέσα από τη ζωή και την κάμερα ενός φωτογράφου

Σάρωση_20181108

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Ρετούς, το τρυφερο χέρι του ψέματος

Συγγραφέας: Λένα Καλαϊτζή-Οφλίδη, Σίμος Οφλίδης

Έκδοση: Νησίδες (2018)

ISBN: 978-618-5228-33-0

Τιμή: Περίπου €12

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Οι γιορτές των Χριστουγέννων πλησιάζουν και προβλέπεται να δούμε πολλές εκδόσεις, που θα έχουν αντικείμενο την πόλη μας, είτε στο χώρο της λογοτεχνίας, είτε σε μελέτες, λευκώματα και έρευνες. Το βιβλίο της σημερινής ανάρτησης βγήκε στην αγορά λίγο καιρό πριν και αυτό ίσως το αδικεί στο θέμα των πωλήσεων, καθώς πρόκειται για μια ιδιαίτερα αξιόλογη δουλειά του ζεύγους Οφλίδη, ένα μυθιστόρημα, το οποίο ακολουθεί τη ζωή των πρωταγωνιστών του στη μεταπολεμική Θεσσαλονίκη κυρίως.

Η έκδοση είναι απλή και λιτή. Το εξώφυλλο μου άρεσε, ο άντρας της φωτογραφίας μπορεί να μοιάζει με σταρ του σινεμά, αλλά πρόκειται για τον Παναγιώτη Σαμαρά, ιδιοκτήτη του φωτογραφείου «Φώτο Ζενίθ», από τα πιο ιστορικά της πόλης μας. Ευανάγνωστο κείμενο, σωστά χωρισμένο υλικό σε κεφάλαια. Αξιοπρεπέστατη δουλειά.

Το ζεύγος Οφλίδη το γνωρίσαμε στη Vivlioniki μέσα από ένα όμορφο βιβλίο διηγημάτων, που είχαν γράψει για τη Δυτική Θεσσαλονίκη και τις περιοχές από το Μπεχ Τσινάρ έως τη Χαλάστρα. Τη Λένα Οφλίδη δε, την έχουμε δει μέσα από μια έρευνα, που είχε κάνει για τα πατσατζίδικα της Θεσσαλονίκης. Το να γράφει ένα ζευγάρι μαζί ένα μυθιστόρημα φαντάζομαι θα έχει κάποιες ευκολίες, αλλά και το ρίσκο να μην κουμπώνουν σωστά τα ύφη γραφής των συγγραφέων και το αποτέλεσμα να βγαίνει παράφωνο. Εδώ πάντως τα όρια είναι δυσδιάκριτα και δεν νομίζω εύκολα κάποιος να καταλαβαίνει πότε γράφει ο ένας και πότε ο άλλος.

Το βιβλίο ακολουθεί κυρίως τη ζωη του Αλέκου, γεννημένου το 1934 σε κάποιο χωριό της Μακεδονίας, εσωτερικού μετανάστη μεταπολεμικά στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος μαζί με τον δίδυμο αδερφό του προσπαθεί να φτιάξει τη ζωή του σε μια πόλη άγνωστη για αυτόν, που θα γίνει τελικά το σπίτι του. Υπάρχουν και άλλοι πρωταγωνιστές και πρόσωπα καταλύτες για την εξέλιξη του έργου, αλλά ο φακός εστιάζει κυρίως σε αυτόν (για να χρησιμοποιήσω την κλισεδιά μου, που ταιριάζει κάπως και με το θέμα του βιβλίου). Μια πόλη, που θέλει απλά να προχωρήσει και να αφήσει πίσω της της πληγές του πολέμου, της Κατοχής και του Εμφυλίου, χωρίς να θέλει να δει τι ζημιές έγιναν. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να ζήσουν, να δημιουργήσουν, να οργανώσουν το μέλλον τους, να κάνουν όνειρα και να βελτιώσουν τον τρόπο ζωής τους. Ευκαιρίες υπάρχουν για πολλούς, όχι για όλους βέβαια. Βήμα βήμα ο Αλέκος θα χτίσει το δικό του οικοδόμημα, τόσο στην επαγγελματική, όσο και στην προσωπική του ζωή, μέσα από το φωτογραφείο, που ανοίγει με τον αδερφό του. Στην αρχή συμβαδίζει με την εποχή του, αλλά οι καιροί ανοίγουν τον ρυθμό και όσο περνάνε τα χρόνια τον αφήνουν όλο και πιο πίσω, όχι μόνο επαγγελματικά. Ο κόσμος στον οποίο μεγάλωσε αλλάζει πιο γρήγορα από ό,τι μπορεί ή θέλει αυτός να το δεχτεί. Δεν θα ήθελα να αποκαλύψω στοιχεία για το τέλος, είναι στα μάτια μου απρόσμενο, αφήνω εσάς να το ανακαλύψετε.

Η γραφή είναι ρεαλιστική, ζωντανή, αποφεύγοντας φιοριτούρες και πολλά πολλά στολίδια. Τόσο οι διάλογοι, όσο και οι περιγραφές μου άρεσαν ιδιαίτερα, το κείμενο κυλάει πολύ εύκολα. Το χτίσιμο των χαρακτήρων είναι πολύ προσεγμένο, ανθρώπινο, πρόσωπα με αρνητικά και θετικά. Η περιγραφή των χρονικών περιόδων είναι επίσης καλοδουλεμένη και κυρίως τα χρόνια των δεκαετιών 50 και 60. Σχετικά με το χρόνο, οι συγγραφείς επέλεξαν ένα ταξίδι στο παρελθόν και στο παρόν, το οποίο αλλάζει συχνά, χωρίς όμως αυτό να μπερδεύει τον αναγνώστη. Αν και κυρίως το έργο κινείται στο παρελθόν, οι συγγραφείς έχουν να κάνουν το δικό τους σχόλιο για τη σημερινή πραγματικότητα, μέσα από τα μάτια του Αλέκου.

Οι πρωταγωνιστές είναι περίπου στην ηλικία των γονιών μου, λίγο μεγαλύτεροι. Και αυτοί εσωτερικοί μετανάστες της Θεσσαλονίκης, έχω ακούσει ιστορίες πολλές για τις δυσκολίες εκείνων των χρόνων, τα όνειρα, που έκαναν και τη σταθερή εξέλιξη και βελτίωση της ζωής τους μέσα από πολύ κόπο και αγώνα.

Η Θεσσαλονίκη είναι παρούσα σε πολύ μεγάλο μέρος του βιβλίου, με αναφορές σε μαγαζιά της πόλης, τοποθεσίες, γεγονότα. Δεν γίνεται πρωταγωνίστρια ίσως, αλλά αφήνει το στίγμα της σίγουρα.

Προσωπικά το βιβλίο μου άρεσε πάρα πολύ. Και θεωρώ ίσως αποτυχημένη την επιλογή να κυκλοφορήσει αρκετά πριν τις γιορτές, θα άξιζε να βρίσκεται στα πρώτα ράφια των βιβλιοπωλείων κατά την εορταστική περίοδο των Χριστουγέννων. Είναι η πρώτη μου πρόταση για εσάς, αν σκέφτεστε να πάρετε δώρο ένα βιβλίο για κάποιον, που αγαπάτε, για τις γιορτές.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΚΑΛΑΪΤΖΗ-ΟΦΛΙΔΗ, Λένα, ΟΦΛΙΔΗΣ, Σίμος, Συγγραφείς

Ιστορίες από το Μπεχ Τσινάρ έως την Χαλάστρα

vivlioniki101

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Δυτικά της Σαλονίκης, στις παράγκες με τους κύκνους…

Συγγραφέας: Λένα Καλαϊτζή-Οφλίδη, Σίμος Οφλίδης

Έκδοση: Παρατηρητής (1998)

ISBN: 960-260-960-5

Τιμή: Περίπου €10

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Για τους περισσότερους Θεσσαλονικείς, νομίζω ότι το όνομα Μπανγκλαντές δεν τους φέρνει πρώτα στο μυαλό την Ασιατική χώρα, αλλά την ταβέρνα, που για πολλά χρόνια βρισκόταν στο Καλοχώρι, μια παράγκα, με ξεχωριστό χαρακτήρα και πολύ νόστιμο φαγητό, από όσο θυμάμαι τουλάχιστον. Αυτό το μαγαζί ήταν και το πρώτο, που μου ήρθε στο μυαλό, διαβάζοντας το βιβλίο, για το οποίο θα μιλήσουμε σε αυτήν την ανάρτηση.

Η έκδοση είναι απλή, χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο. Στο τέλος υπάρχουν κάποιες εξηγήσεις, όπως τοπωνύμια, γλωσσάρι και ονοματολογίες, που θα συναντήσει ο αναγνώστης στο κείμενο. Την Λένα Καλαϊτζή-Οφλίδη την είχαμε συναντήσει στο παρελθόν, στο βιβλίο-αφιέρωμα, που είχα κάνει για τα πατσατζίδικα της Θεσσαλονίκης.

Το βιβλίο είναι μια σειρά ιστοριών, ανεξάρτητων μεταξύ τους, οι οποίες κάνουν ένα ταξίδι στο χρόνο. Το ταξίδι ξεκινά από το μέλλον μας, το 2042 μ.Χ. και πάει προς τα πίσω, έως τα χρόνια των αρχαίων μύθων. Αλλάζουν οι ήρωες, ο χρόνος, οι συνθήκες, αλλά σταθερή είναι πάντα η περιοχή. Από την περιοχή του Δενδροπόταμου, έως τις ακτές του Γαλλικού και του Λουδία, ένας κόσμος, που στο μυαλό των περισσοτέρων είναι συνυφασμένος με πουλιά, βάλτους, έλη, κουνούπια.

Σε αυτά τα ταξίδια, πρωταγωνιστές των ιστοριών δεν είναι αυτοί, που γράφουν ιστορία, αλλά άνθρωποι καθημερινοί, που την βίωσαν. Οι στάσεις στον χρόνο, έχουν να κάνουν με διαφορετικές στιγμές στο παρελθόν του τόπου, στιγμές, που έμελλαν να αλλάξουν και την ροή της ιστορίας. Τα ποτάμια, τα πουλιά, οι ψαράδες και η θάλασσα είναι πρωταγωνιστές εδώ. Στην ιστορία μάλιστα του 904 μ.Χ., οι γλάροι γίνονται οι βασικοί ήρωες.

Οι ιστορίες μοιάζουν με παραμύθια, που διηγείται κάποιος σε μικρά παιδιά. Διαβάζονται εύκολα και ξεκούραστα. Μπορεί να μην διεκδικούν λογοτεχνικά βραβεία, αλλά αποτίουν φόρο τιμής σε έναν τόπο, που ο χρόνος άλλαζε συνεχώς τη μορφή του και τη γεωγραφία του. Έξω από την πόλη, αλλά στενά συνδεδεμένη με αυτήν, η σημερινή περιοχή Καλοχωρίου, το δέλτα του Αξιού, η Χαλάστρα και η Σίνδος, με βάση τον Στράβωνα αποτελούν κάποιους από τους γεννήτορες της Θεσσαλονίκης, καθώς λέγεται ότι κάτοικοι και των περιοχών αυτών μεταφέρθηκαν στην νέα πόλη από τον Κάσσανδρο, για να ζήσουν εκεί πέρα. Μαζί με τα βιβλία του Λαζαρίδη, νομίζω συμπληρώνει το βιβλίο αυτό το puzzle της Δυτικής Θεσσαλονίκης.

1 σχόλιο

Filed under ΚΑΛΑΪΤΖΗ-ΟΦΛΙΔΗ, Λένα, ΟΦΛΙΔΗΣ, Σίμος, Συγγραφείς

Στα πατσατζίδικα της Σαλονίκης

vivlioniki178

 

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Τα πατσατζίδικα της Ανατολής στη Θεσσαλονίκη της Δύσης

Συγγραφέας: Λένα Καλαϊτζη-Οφλίδη

Έκδοση: Παρατηρητής (1994)

ISBN: 960-260-740-8

Τιμή: Περίπου €10

 

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Οι πρωταγωνιστές του βιβλίου αυτού, όταν είχε πρωτοεκδοθεί το 1994, βρισκόντουσαν στην αρχή της δύση τους. Σήμερα, 20 χρόνια μετά, αν δεν έχουν δύσει πλήρως, ίσα που φωτίζουν ελάχιστα, τρεμοσβήνουν. Γύρω από τον πατσά κάποτε, κινούνταν ένας ολόκληρος κόσμος. Προσωπικά θυμάμαι δύο μεγάλα πατσατζίδικα, τον «Ηλία» στην γωνία Αγίας Σοφίας με Εγνατία και τον «Λευτέρη» λίγα μέτρα πιο δυτικά, από την απέναντι μεριά του δρόμου, στη γωνία Εγνατία με Μενελάου ή Μπακατσέλου όπως έχει μετονομαστεί σήμερα. Λαογραφικό λοιπόν το θέμα της σημερινής παρουσίασης!

Το βιβλίο είναι μια λιτή έκδοση, με πάρα πολλές ενδιαφέρουσες φωτογραφίες, που δύσκολα θα συναντήσετε σε άλλα βιβλία ή έντυπα. Υπάρχει στο τέλος βιβλιογραφία καθώς και ένα ιδιαίτερα χρήσιμο «γλωσσάρι του πατσά».

Στα 18 μικρά κεφάλαια του βιβλίου, η συγγραφέας εξετάζει αυτόν τον περίεργο κόσμο των πατσατζίδικων. Περισσότερο κοντά σε ένα μαγειριό, παρά σε μια ταβέρνα και πόσο μάλλον σε εστιατόρειο, τα «ακροκαθαριστήρια» όπως έγραφαν οι πρώτες άδειες λειτουργίας των, έχουν συνδεθεί από τους περισσότερους με το φαγητό μετά τα ξενύχτια διασκέδασης, αν και αρχικά ήταν συνδεδεμένα με το πρώτο γεύμα των φτωχών εργατών, πριν την πολύωρη εργασία τους.

Στα πρώτα κεφάλαια γίνεται αναφορά στα πατσατζίδικα της Κωνσταντινούπολης, από όπου ήρθαν στην Θεσσαλονίκη οι μεγαλύτεροι μάστορες του πατσά με τα κύματα της προσφυγιάς. Κλασσικό ανατολίτικο φαγητό, υπάρχουν πολλές ιστορίες του μύθου γύρω από το πώς πρωτοφτιάχτηκε. 

Ακολουθεί ένα κεφάλαιο για την καταγωγή του πατσά, με δύο βασικές θεωρίες, μία να πρόκειται για περσικό έδεσμα, φαγητό νομαδικών φυλών και μία άλλη να πρόκειται για σούπα με προέλευση τον μέλανα ζωμό των αρχαίων Σπαρτιατών. Στην πόλη, όπως είπαμε και πριν, θα τον φέρουν κυρίως οι Κωνσταντινοπολίτες.

Στη συνέχεια η συγγραφέας μας πηγαίνει μέχρι τα Παλαιά Σφαγεία, όπου εκεί γινόταν η πρώτη επεξεργασία του βασικού υλικού του πατσά. Λεπτομερής η παρουσίαση των εργασιών, αλλά και των πατσατζίδικων που λειτουργούσαν στην περιοχή, τα οποία είχαν και πολύ καλή φήμη. Λίγο πιο πέρα βρίσκονταν και τα βυρσοδεψία, τα οποία έβγαζαν τα «λέσια», υπολείμματα κρέατος δηλαδή, που ήταν κολλημένα πάνω στα δέρματα. Μέχρι το 1955 αποτελούσαν υλικό του πατσά.

Πολύ ενδιαφέρον το κεφάλαιο που παρουσιάζει την εικόνα ενός τυπικού πατσατζίδικου. Οι νεώτεροι μπορεί ποτέ να μην έχουν δει ένα τέτοιο μαγαζί, εγώ πρέπει να ανήκω στις τελευταίες γενιές που τα πρόλαβαν. Το μεγάλο καζάνι, ο ξύλινος πάγκος, ξύδι και μπούκοβο στο τραπέζι, φωτογραφίες παλιάς Θεσσαλονίκης. Λιτά μαγαζιά, χωρίς περιττό διάκοσμο και φιοριτούρες.

Στα δύο επόμενα κεφάλαια, ο αναγνώστης είναι πλέον μέσα στο πατσατζίδικο. Βλέπει τον μάστορα να ετοιμάζει την σούπα στο μεγάλο καζάνι, να κόβει τις κοιλιές ψιλοκομμένο ή ντουζλαμά (χοντροκομμένο δηλαδή), παρακολουθεί την ιεροτελεστία του σερβιρίσματος με το σκορδόξιδο και το αλάτι (εκτός και αν δεν το θέλει και κάνει την παραγγελία του «άνευ» ή «άνευ, άνευ») και στο τέλος τρώει την σούπα του πριν κρυώσει, παραδοσιακά με μπρούσκο κρασί ή ρετσίνα. Σε αντίθεση με τα όσα λέγονται, στην Θεσσαλονίκη ο πατσάς φτιάχνοντας κυρίως από μοσχάρι και όχι από αρνί.

Το πότε τρώγεται ο πατσάς είναι ερώτημα που βρήκε την απάντησή του πρακτικά. Πελάτες υπήρχαν στο παρελθόν όλες τις ώρες, με μόνη εξαίρεση ίσως μεταξύ 4-6 το απόγευμα. Το ωράριο λειτουργίας των πατσατζίδικων συνήθως ήταν συνεχές, αφού πολύ πρωί ήταν οι εργάτες πελάτες του, ξημερώματα οι ξενύχτηδες και τις υπόλοιπες ώρες ο κόσμος της αγοράς.

Το κεφάλαιο για την πελατεία του πατσατζίδικου είναι από τα πιο ενδιαφέροντα του βιβλίου. Άλλωστε οι πελάτες του μαγαζιού, αποτελούν από τα πιο σημαντικά κομμάτια αυτού του κόσμου που χάνεται, αν δεν έχει χαθεί πλήρως. Εργάτες, φοιτητές, ξενυχτισμένοι, τραγουδιστές, πρόσφυγες και μετανάστες. Γνωστά ονόματα που τιμούσαν τα πατσατζίδικα της πόλης είναι πολλά, από τον Καζαντζίδη, τον Πάριο και τον Διονυσίου, μέχρι την Γεωργία Βασιλειάδου και τον Ζίβκοφ, τον πρώην πρόεδρο της Βουλγαρίας.

Για τα πατσατζίδικα που έκλεισαν μιλάει το επόμενο κεφάλαιο, το οποίο αναφέρεται σε μαγαζιά που εγώ προσωπικά δεν τα πρόλαβα. Ενδιαφέρον έχει η τοπογραφία του, αφού εκτείνονταν από την Μπάρα μέχρι τον Λευκό Πύργο.

Για την δημιουργία του πατσατζίδικου «Λευτέρης» υπάρχει ξεχωριστό κεφάλαιο, το οποίο βασίζεται στις αναμνήσεις της κόρης του ιδιοκτήτη Λευτέρη Βαφειάδη, Πολίτη που κατέληξε στην Θεσσαλονίκη το 1922. Θεωρούνταν την εποχή που γράφτηκε το βιβλίο, το παλαιότερο πατσατζίδικο της πόλης μας. Πλέον δεν υπάρχει.

Το κεφάλαιο για τα υπάρχοντα πατσατζίδικα θα έπρεπε ίσως κάποια στιγμή να ανανεωθεί. Πολλά από τα μαγαζιά που αναφέρει και λειτουργούσαν το 1994, χρονιά έκδοσης του βιβλίου, έχουν κλείσει εδώ και χρόνια. Πέρα από τον «Ηλία» και τον «Λευτέρη» που αναφέραμε νωρίτερα, ο «Τσαρούχας» είναι ίσως το πιο γνωστό όνομα, μαγαζί που λειτουργεί και σήμερα.

Τα τελευταία δύο κεφάλαια του βιβλίου μιλάνε για δύο διαφορετικές ιστορίες, ανθρώπων που κατάφεραν με τον τρόπο τους και την τέχνη τους να αφήσουν όνομα στον κόσμο των πατσατζίδικων. Ο πρώτος μάλιστα δεν είχε καν μαγαζί δικό του, ούτε δούλευε σε πατσατζίδικο. Ήταν κάποιος κυρ-Γιάννης, ο οποίος έφτιαχνε ψητό πατσά. Ζούσε χαμηλά στην Άνω Πόλη και έμεινε στην πιάτσα γνωστός με το όνομα «Αραμπατζής». Δεν νομίζω να ζει σήμερα. Τα αδέρφια Λένο, ο Περικλής και ο Βασίλης, ήταν Ελληνοαλβανοί Πολίτες και συνέδεσαν το όνομά τους με τον «Ηλία» ο πρώτος και με τον «Τσαρούχα» ο δεύτερος. Θεωρούνται από τους κορυφαίους, αν όχι οι κορυφαίοι, μάστορες των πατσατζίδικων.

Στο βιβλίο υπάρχουν πολλές περισσότερες λεπτομέρειες γύρω από αυτόν τον κόσμο που μόλις περιγράψαμε. Σήμερα μικρό μέρος του έχει απομείνει και ίσως στο εγγύς μέλλον χαθεί κι αυτό. Προσωπικά μία φορά έφαγα πατσά μόνο, στου «Λευτέρη». Δεν μπορώ να σας πω με σιγουριά αν θα ξαναδοκιμάσω. Νομίζω πως περισσότερο ενδιαφέρον και από το ίδιο το πιάτο του πατσά, έχει το μιλούνι αυτό των ανθρώπων, που μέσα στην ζωή τους είχαν βάλει και το πέρασμα από το πατσατζίδικο. Μάστορες, πελάτες, σερβιτόροι, ακροκαθαριστές, συνοδεία άψυχων υλικών περιγράφονται με όμορφο τρόπο σε αυτό το βιβλίο. Ακόμη και αν δεν αγοράσετε το βιβλίο, μακάρι να σας έπεισα να πάτε να δοκιμάσετε ένα πιάτο πατσά.

2 Σχόλια

Filed under ΚΑΛΑΪΤΖΗ-ΟΦΛΙΔΗ, Λένα, Συγγραφείς